ΣΕΝΑΡΙΟ ΚΙΝΗΜ. ΤΑΙΝΙΑΣ: ''ΟΙ ΑΙΩΝΙΟΙ''

             ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΥΠΟΘΕΣΗΣ / ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ

Η ιστορία μας αφορά τη ζωή τριών ‘αιώνιων’ φοιτητών, του Τάκη,
του Σάκη και του Βασίλη που φοιτούν στο Μαθηματικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας και που η μοίρα τους έφερε να κατοικούν
στην ίδια πολυκατοικία, κάπου στον Κορυδαλλό.                                                            
Ο Τάκης είναι διαφημιστής πράγμα που του επιτρέπει συχνά να εργάζεται
κατ’ οίκον, βρίσκοντας έτσι χρόνο και να διαβάζει για να πάρει αυτό το πολυπόθητο πτυχίο.
Ο αγώνας όμως για τον επιούσιο, οι αναποδιές και οι υποχρεώσεις
γενικά της οικογένειας, τον απομακρύνουν συχνά από το στόχο του.
Δεν αλλοιώνουν όμως τον γήινο χαρακτήρα του που διακρίνεται για την επιμονή, το πείσμα, την αποφασιστικότητα, το αστείρευτο χιούμορ,
αλλά και την ευαίσθητη ψυχή που δεν μπορεί να κρύψει πίσω απ’ αυτό.
Είναι κυρίως οι λόγοι για τους οποίους η γυναίκα του Σούλα τον παντρεύτηκε πριν από 17 χρόνια, στα 21 της, αφού ενέδωσε μετά από την ‘πιεστική’ πολιορκία που της άσκησε, και όχι για τη ‘μύτη’ του που αρκετές φορές θα γίνει αντικείμενο έντονου σχολιασμού.
Ανέβηκε τα σκαλιά της εκκλησίας, ενώ μετά από 7 μήνες κατέβηκε τα σκαλιά του ΄Μητέρα΄ με τον γιο της Χρήστο και μετά από 3 χρόνια με την κόρη της Ντίνα.
Η Σούλα εμφανίσιμη σα γυναίκα, απλή, ψύχραιμη, στοργική σαν μητέρα, χρωματίζει τη ζωή του Τάκη.
Οι πολύ καλές σχέσεις με τη πεθερά του την Ντινάρα, πάντα τον ενθαρρύνει πιστεύοντας στην αξία του και παράλληλα προσπαθεί με τη βοήθεια της Σούλας να τον βοηθήσει να αποβάλλει την νευρικότητα, το άγχος και τον φόβο που πολλές φορές αδικαιολόγητα τον κυριεύουν, αποτελούν δείγμα του καλού της χαρακτήρα που παρά τις στερήσεις και τον πόνο -  χήρεψε μικρή - παρέμεινε ειλικρινής, ίσως από το ‘σύνδρομο’ του ούζου λίγο εύπλαστος.
Η Ντινάρα μένει μαζί τους γεμίζοντας με τα εγγόνια της το άνετο 5άρι
- προϊόν μεγάλου κόπου - που τους στεγάζει.
Ο εγγονός της Χρήστος, πιστό αντίγραφο του πατέρα του, νευρικός, απότομος, αλλά με περίσσιο χιούμορ, είναι μαθητής της Α’ λυκείου.
Η εγγονή της Ντίνα, της Α’ γυμνασίου και μοιάζει περισσότερο στη μητέρα
της, έχοντας μια ηρεμία στις εκφράσεις της και μια σοβαρότητα όσον αφορά
το ταλέντο της σαν υψίφωνη.
Την οικογένεια απ’ ότι φαίνεται θα συμπληρώσει και το τρίτο του παιδί,
αφού η Σούλα είναι έγκυος στο τρίτο της μήνα.                                                              
Και αυτό δεν επηρεάζει τον χαρακτήρα της ώστε να έρχεται σε αντίθεση
με το μόνιμα ήρεμο, αλλά πολλές φορές απαραίτητα αυστηρό της ύφος,
τη γλυκιά και συμπονετική της παρουσία.
Ο Σάκης, ο δεύτερος της παρέας, γιος ενός αυτοδημιούργητου επιχειρηματία
του κυρ Λάζαρου, ενός ανθρώπου ταλαιπωρημένου με έντονα τα σημάδια της κούρασης στο πρόσωπό του, μεγάλωσε χωρίς μητέρα, αφού εκείνη σκοτώθηκε σε δυστύχημα όταν ο Σάκης ήταν 2 χρονών.
Και μπορεί ο Λάζαρος να είναι παιδί με τα παιδιά, πατέρας για την οικογένειά του και σκληρός εκεί που πρέπει, έχει όμως την αδελφή του, την κυρά Βαγγελιώ να του κρατάει το σπίτι και να του μεγαλώνει το παιδί, αφού τα τελευταία 30 χρόνια η μοίρα την κράτησε ανύπαντρη.
Μάνα θεία και αδελφή γι αυτόν και τον γιο του, με βαθιές θρησκευτικές ιδέες, πίστη και μια αξιοθαύμαστη αγαθότητα στη ψυχή της.
Ο Σάκης απορροφημένος στις επιχειρήσεις του πατέρα του θεώρησε μικρής σημασίας τις πανεπιστημιακές γνώσεις, με αποτέλεσμα να ασχολείται περιστασιακά με τη σχολή του.
Ανοικτός, ευχάριστος, εκδηλωτικός, πολλές φορές ακραία εκδηλωτικός,
- με τον Τάκη - αλλά και δύσκολος στις σχέσεις του με το άλλο φύλο.
Ονειροπόλος σε σημείο που να φαίνεται πολύ αφηρημένος,
αλλά και προβληματισμένος, λεπτολογεί και κριτικάρει ότι μπορεί
να επηρεάσει τις ευαίσθητες ψυχικές του χορδές.
Η γνωριμία του όμως με μία υπάλληλο του πατέρα του,  της Κατερίνας,
ήταν η αιτία να βάλει στοίχημα με τον εαυτό του ότι θα πάρει το πτυχίο του, έστω και στα 34 του, ώστε να μπορεί να σταθεί δίπλα της επάξια από άποψη όχι μόνο σπουδών και τίτλων, αλλά κυρίως κύρους και προσωπικότητας.
Εκείνη βλέπετε διέθετε ήδη το πτυχίο της νομικής, αλλά το πιο
σημαντικό διατηρούσε αμείωτη την τάση ν’ αποκτά γνώσεις σε τομείς που
ο Σάκης είχε άγνοια, τον ενδιέφεραν όμως πραγματικά.
Μπορεί το όμορφο παρουσιαστικό της να μην άφηνε περιθώρια ερωτικής προσέγγισης από το αντίθετο φύλο, ίσως και λίγο το σοβαρό ύφος της,
η σχέση της όμως με τον Σάκη θα δοκιμαστεί λόγω ενός μεγάλου μυστικού
που έχει σχέση με την κρυφή κοινωνική της δράση.
Η σχέση του Σάκη με τον Τάκη, αργότερα κουμπάροι, ήταν αναπόφευκτη, αφού ο πρώτος έμενε στους δύο τελευταίους ορόφους της πολυκατοικίας,
ο Τάκης ακριβώς από κάτω.
Αναπόφευκτη ήταν και η σχέση του με τον τρίτο της παρέας, τον Βασίλη,
που νοίκιασε το δυάρι του πρώτου ορόφου.
Ο Βασίλης, παιδί από την επαρχία, στα 29 του πια, μόνιμα περιφερόμενος ενοικιαστής, κατέληξε στον Κορυδαλλό για να είναι κοντά στη δουλειά του, ένα μικρό μπαρ καφέ.
Δεν είχε την οικονομική βοήθεια από τους γονείς του στη Τρίπολη, παίρνοντας επάνω του την ευθύνη των σπουδών, δουλεύοντας παράλληλα όπου έβρισκε.
Πολλές φορές βοηθούσε και το όμορφο παρουσιαστικό του, ο πράος και
έντιμος χαρακτήρας, το όμορφο χαμόγελο και η υπερβολικά αναπτυγμένη
για όλα τα θέματα λογική που διέθετε.
Πάνω απ’ αυτήν δεν κυριαρχούσε συναίσθημα ή δικαιολογία.
Δεν παύει να δείχνει τη παρουσία του και ο θεός που στο πρόσωπο
του Έκτορα, ενός φοιτητή 28 ετών, γλιτώνει τους «αιώνιους» από πολλές
γκάφες, αναποδιές και δύσκολες καταστάσεις.
Ο Έκτορας δεν γνώρισε ποτέ τους αληθινούς του γονείς και αυτό γιατί
ο πατέρας του εγκατέλειψε τη μητέρα του όταν εκείνη ήταν 6 μηνών έγκυος.  Η μητέρα του πέθανε πάνω στη γέννα.
Υιοθετήθηκε από οικογένεια άτεκνων γονιών, μεγάλων σε ηλικία, με μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ένα σπίτι.
Αυτά έμειναν στον Έκτορα μετά τον θάνατο των γερόντων θετών γονιών του.
Από εκεί και πέρα μεγάλωσε σχεδόν μόνος του.
Προσχώρησε σε μια συμμορία που έχει τεράστιο μέγεθος και τρομερή δύναμη και δεν άργησε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του αρχηγού της που εκτίμησε κυρίως τις πνευματικές του ικανότητες.
Αυτές είναι που τον έσπρωξαν να τελειώσει το λύκειο και να δώσει
πανελλήνιες πετυχαίνοντας την εισαγωγή του στο Μαθηματικό Αθηνών.
Το μόνιμα λυπημένο του ύφος που δείχνει συμπόνια και κατανόηση,
αν χρειαστεί μετατρέπεται σε έντονα δολοφονικό που χωρίς ενδοιασμούς
και τύψεις δείχνει ότι είναι ικανός να  ολοκληρώσει τα συμβόλαια θανάτου
που του αναθέτουν.
Στο πανεπιστήμιο του δρόμου οι βαθμοί του είναι άριστοι όπως όμως
και στο κανονικό που κατά περίεργο τρόπο παρακολουθεί ανελλιπώς,
με επιμονή να το ολοκληρώσει.
Αυτό εκτιμά ο Αρχινονός και τον  θεωρεί σαν πρωτοπαλίκαρό του.
Τα πάντα περνούν από τα χέρια του, αφού ο ‘νονός’ της Ελληνικής μαφίας, παρά το αυστηρό και απαιτητικό ύφος, του έχει τυφλή εμπιστοσύνη.
Εκείνος μεγάλος πια στην ηλικία, έχει αφήσει τις δραστηριότητες
στα χέρια  του Έκτορα, διατηρώντας όμως τον σχεδιασμό και την
επίβλεψη που με τη βοήθεια του φίλου του Φιλόσοφου =Λάζαρος!
επεκτείνονται σε νέους τομείς.
Οι φοιτητές μπλέκουν τη ζωή τους σε πολλές και διάφορες φάσεις.
Διαβάζουν μαζί, τρώνε, διασκεδάζουν, δίνουν εξετάσεις και δεν λείπουν
οι στιγμές που ο ένας δίνει λύση στα προβλήματα του άλλου.
Άλλο ένα πρόσωπο που θα δώσει νέο ενδιαφέρον στην ιστορία μας, είναι και η παρουσία του Μπάρμπα, πατέρας του Έκτορα που εμφανίζεται στο μπαρ.
Ένας καλοστεκούμενος 55αρης, σχεδόν πάντα όμως σουρωμένος που έχει μόνιμα καρφωμένο στο πρόσωπό του ένα παραπονεμένο ύφος.
Ο Περικλής, φύλακας του εργοστασίου, ενθουσιάζει συχνά τους γύρω απ’ αυτόν συναδέλφους και φίλους με τις γνώσεις και απόψεις που διαθέτει.
Το σοφιστικέ και σοβαρό ύφος του σε προδιαθέτει όμως περισσότερο να γελάσεις, παρά να μιλήσεις μαζί του.
Ο Βαγγέλης, πράκτορας της Ιντερπόλ, ένας 28χρονος βιολιτζής που ζει
μόνος σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην απέναντι πολυκατοικία.
Το παρουσιαστικό του όμως, γύρω στο 1.90, με μυϊκό περίγραμμα που θυμίζει αρχαίο Έλληνα θεό, κάνει τον Τάκη και τον Σάκη που τον βλέπουν στο
απέναντι διαμέρισμα να εξασκείται στο βιολί, αλλά και τους περαστικούς,
να κοιτούν με απορία, γιατί και τέτοια εντύπωση προκαλούν τα 2 σκουλαρίκια
που τρυπούν το αριστερό του φρύδι.
Θα πάρουν το πτυχίο τους οι αιώνιοι;
Θα παντρευτούν ο Σάκης με την Κατερίνα;
Τι μυστικό κρατάει βαθιά μέσα της εκείνη;
Θα αποκαλυφτεί ο κρυφός ρόλος και η παράνομη δράση που είχε
στο παρελθόν ο Λάζαρος σαν Φιλόσοφος;
Θα γνωρίσει ο Μπάρμπας τον Έκτορα;
Τι θα γίνει με τον Αρχινονό;
Πως καταλυτικό ρόλο για όλα αυτά θα έχει ο Περικλής;    
Οι στόχοι και οι φιλοδοξίες των φίλων μας θα περάσουν μέσα από δυσκολίες, κούραση, αναποδιές που στο τέλος θα ξεπεραστούν, δίνοντας και το μήνυμα
στους τηλεθεατές: «ότι με πίστη στον εαυτό του, θέληση και πείσμα κάθε άνθρωπος μπορεί να πετύχει τους στόχους του, όσο καιρό και αν χρειαστεί».
Το σενάριο είναι μια κωμωδία με σύγχρονο θέμα, ειδικά με τις αλλαγές στη παιδεία και τον αναβρασμό που επικρατεί, χωρίς ταυτόχρονα να στερείται πλοκής και έντονου μυστηρίου.
Είναι απλοποιημένο από άποψη σκηνοθεσίας, αρκετά συμπυκνωμένο
και ελαστικό.
Δεν θίγει πολιτικές θέσεις παίρνοντας πολύ έξυπνα το μέρος όλων το πλευρών (κυβέρνησης- φοιτητών).

                 ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Οι ρόλοι των Λάζαρου, Βαγγελιώς, Ντινάρας ενσαρκώνονται από ηθοποιούς ηλικίας 60 έως 65 χρόνων με χαρακτηριστικό τα κάπως παραπανίσια κιλά.
Ο Περικλής δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 45, ενώ η παρουσία των δύο σκύλων και του παπαγάλου είναι καταλυτική.
Ο Τάκης θα πρέπει να έχει σαν σωματικό χαρακτηριστικό την κάπως μεγάλη μύτη και να είναι μετρίου αναστήματος.
Ο Σάκης να είναι ψηλός και συμπαθητικός.
Ο Βασίλης όμορφος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Ο Έκτορας συμπαθητικός με κοινά χαρακτηριστικά, αλλά αρρενωπός.
Η Σούλα γύρω στα 38, γλυκιά και μέτρια σε εμφάνιση.
Ο Αρχινονός να είναι τουλάχιστον 55, ενώ το σενάριο προϋποθέτει
και την παρουσία 4 φουσκωτών – Μπράβοι - ηλικίας 27 μέχρι 38.
Οι Μπράβοι 1 και 2 να είναι ηθοποιοί, οι άλλοι κομπάρσοι.
Ανεξάρτητη ηλικία μπορούν να έχουν οι δυο ληστές.
Απαιτείται ηθοποιός για το ρόλο του εφημερεύοντα γιατρού στο νοσοκομείο.
Όπως και του καθηγητή στο πανεπιστήμιο και του υπαλλήλου στο καφέ του αεροδρομίου.
Επίσης η φωνή του παπαγάλου ντουμπλάρεται από ηθοποιό.

                       «ΠΛΟΚΗ»

ΣΚΗΝΗ 1
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΣΟΥΛΑ - ΣΑΚΗΣ - ΧΡΗΣΤΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης βγαίνει από την κρεβατοκάμαρα φορώντας τις πιτζάμες του και κατευθύνεται με αργά βήματα στο καθιστικό.
Τα μάτια του σχεδόν κλειστά, ενώ από το ύφος του φαίνεται ότι χρειάζεται ύπνο, αλλά και λούσιμο γιατί ξύνει συνεχώς το κεφάλι του.
ΤΑΚΗΣ: (καθώς στέκεται μπροστά στην εξώπορτα και με δυνατή φωνή)
Σούλα βάλε καφέ και του λεβιέ.
ΦΩΝΗ ΣΟΥΛΑΣ: (δυνατά από κουζίνα) Από το φωταγωγό σου φώναξε πάλι;
Χτυπάει το κουδούνι. ΗΧΟΣ ΚΟΥΔΟΥΝΙΟΥ
Ξύνοντας το κεφάλι ο Τάκης ανοίγει την πόρτα.
ΤΑΚΗΣ: (χαμογελώντας και κάνοντας μια ελαφρά υπόκυψη) Πως είστε αδελφέ Μπερτόδουλε;
ΣΑΚΗΣ: (καθώς εισέρχεται απαθής, κοιτώντας πρώτα το κινητό του
και μετά τον Τάκη) Μια χαρά αδελφέ Σωπρακόμυτε.
Ο Σάκης χωρίς να του δίνει σημασία προχωράει κοιτώντας το κινητό και κάθεται γύρω από το τραπέζι ξεφυσώντας με ύφος ανακούφισης.
Ο Τάκης με δυσφορία κάθεται δίπλα του και τον κοιτάζει.
Ο Σάκης πληκτρολογεί ένα μήνυμα.
ΤΑΚΗΣ: (με ύφος άγριο) Μωρή Αγλαΐα Κυριακού δε μιλάτε στη στάνη σας
τις Κυριακές;
ΣΑΚΗΣ: (χωρίς να αποσπάσει την προσοχή του από το κινητό και κοφτά)
Ευτυχώς βρήκαμε δικηγόρο.
Αύριο το πρωί θα έρθει στο εργοστάσιο.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης μη μπορώντας να κρατήσει τα μάτια του ανοικτά ακουμπάει το κεφάλι του στον ώμο του Σάκη και με ανοικτό το στόμα δείχνει ότι απολαμβάνει τον ύπνο του.
Ο Σάκης στρέφει το κεφάλι, τον κοιτάζει και συνεχίζει αδιάφορος να γράφει μήνυμα στο κινητό.
Η Σούλα έρχεται από την κουζίνα με αργά βήματα κρατώντας ένα δίσκο με καφέδες, κοντοστέκεται κοιτώντας τον Τάκη και συνεχίζει ακουμπώντας το δίσκο στο τραπέζι.
ΣΟΥΛΑ: (καθώς κάθεται απέναντι από τον Σάκη που κοιτάζει το κινητό)
Τι γίνεται Σάκη;
ΣΑΚΗΣ: Καλά Σούλα.
Ο Τάκης ροχαλίζει.
ΣΑΚΗΣ: (κοιτάζοντας τον Τάκη και μετά τη Σούλα με ύφος σαρδόνιο)
Πονηρό κορίτσι.
ΣΟΥΛΑ: (με απορία) Τι;
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελώντας) Σας άκουγα  όλο το βράδυ.
Τον έστυψες.
ΣΟΥΛΑ: (με ύφος ντροπαλό) Τα παραμιλητά του άκουγες.
(με άγριο ύφος) Κάτσε να βγάλω τον πνίχτη και ας τολμήσει το βράδυ να βγάλει άχνα.
Ο Χρήστος βγαίνει από το δωμάτιό του και με γρήγορα βήματα στέκεται
πάνω από τη Σούλα, ενώ ο Σάκης τον κοιτάζει χαμογελαστός.
ΧΡΗΣΤΟΣ: Καλημέρα νονέ.
ΣΑΚΗΣ: Καλημέρα όμορφε.
Για πού το βάλαμε;
Γκομενίτσα, γκομενίτσα;
ΧΡΗΣΤΟΣ: (απότομα και με άγριο ύφος) Ωτασπίδες στο Γιουσουρούμ.
Όλο το βράδυ ήμασταν στο πόδι.
(δείχνοντας τον Τάκη που συνεχίζει στον ώμο του Σάκη να κοιμάται) Βόγκαγε.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
(γυρίζοντας προς την πόρτα να φύγει) Νονέ ο παππούς ο Λάζαρος είναι επάνω;
ΣΑΚΗΣ: Ναι, περιμένουν να αρχίσει ο Μπομπ.
ΣΟΥΛΑ: Η Ντίνα ξύπνησε;
ΧΡΗΣΤΟΣ: (με τουπέ) Οφκόρς.
ΣΟΥΛΑ: Τι κάνει;
ΧΡΗΣΤΟΣ: (καθώς ανοίγει την πόρτα) Ψάχνουν με τη γιαγιά τη μασέλα της.

ΣΚΗΝΗ 2
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΣΑΛΟΝΙ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ – ΒΑΓΓΕΛΙΩ]
ΜΟΥΣΙΚΗ (σε συνέχεια από σκηνή 1)…
Ο Λάζαρος κάθεται στον καναπέ μπροστά από την τηλεόραση και δείχνει αφοσιωμένος.
Η τηλεόραση δείχνει Μπομπ Σφουγγαράκι.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (ανοίγοντας τη φωνή με το τηλεχειριστήριο και φωνάζοντας)
Βαγγελιώ έλα αρχίζει ο τετραγωνοπαντελονής.
Η Βαγγελιώ με γρήγορα βήματα κρατώντας δυο κούπες καφέ έρχεται από
την κουζίνα και κάθεται δίπλα του κοιτώντας με αγωνία προς την τηλεόραση.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (δείχνοντας προς την τηλεόραση γελώντας) Είναι πολύ βλάκας ο Πάτρικ ρε Βαγγελιώ.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (χαμογελώντας) Γιατί ο Καλαμάρης πίσω πάει;
Κοίτα ύφος, ίδιος ο Θυρωρός στο εργοστάσιο δεν είναι;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Ναι τον κερατά, ίδιος ο γκρινιάρης ο Περικλής είναι…
Πίνουν από μια γουλιά καφέ.
Και ο Περικλής δεν παίζει το ματζαφλάρι του Καλαμάρι;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Κλαρινέτο είναι.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (γελώντας) Γαργαλέτο το βλέπω εγώ.
Κοίτα πως γελάει ο ηλίθιος.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
(με σοβαρό ύφος) Τώρα που το σκέπτομαι, τι να κάνει ο έρμος;
Μόνος σ΄ ένα δωμάτιο 5 επί 5.
Εντάξει μας φυλάει το εργοστάσιο, όμως πολλές φορές τον λυπάμαι.

ΣΚΗΝΗ 3
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ – ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ – ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ]
ΜΟΥΣΙΚΗ (σε συνέχεια από ΣΚΗΝΗ 2)…
Η κάμερα μεταφέρει την εικόνα του μικρού δωματίου στο προαύλιο του εργοστασίου του Λάζαρου.  
Η μεγάλη βιβλιοθήκη που στο κάτω μέρος καταλήγει σ’ έναν καναπέ,
είναι γεμάτη βιβλία, ενώ το γραφείο απέναντί της, 3 καρέκλες, ένα μικρό ψυγείο και μάτια υγραερίου γεμίζουν το δωμάτιο.
Μια πόρτα οδηγεί στην τουαλέτα, μια άλλη στην αυλή του εργοστασίου και ένα παράθυρο απ’ το οποίο μπορεί να την βλέπει, συμπληρώνουν την εικόνα του μικρού αλλά ζεστού χώρου.
Ο Περικλής στέκεται όρθιος μπροστά από το παράθυρο κοιτώντας προς τον ουρανό.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (μονολογώντας) Βλέπω να ξεβρακώνεται ο ουρανός.
(βάζοντας σάλιο στον δεξί δείκτη και τεντώνοντας το χέρι ψηλά και πλάγια)
Θα ρίξει σε καμιά εβδομάδα το χιόνι της αρκούδας.
Το κινητό στο γραφείο του χτυπάει. ΗΧΟΣ ΚΙΝΗΤΟΥ
(καθώς το κοιτάζει) Ωχ ο τετραμάλακας.
(βάζοντας ανοικτή ακρόαση και βαριεστημένα) Ναι.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Έλα ρε αρκουδοτόμαρο, τι φτιανς;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με απάθεια) Μύδια καπαμά.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: (ειρωνικά) Μη βάλεις πιπέρι, θα σε πειράξει στις ζοχάδες.
(με άγριο ύφος) Κανόνισε να αρχίσεις το βράδυ τις αμπελοφιλοσοφίες στις γκόμενες και να μείνουμε πάλι με το Μπλακ εν Ντέκερ στο χέρι.
Έχουμε που έχουμε και το πρόβλημα του ύψους.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με απάθεια) Καταλαβαίνω το κόμπλεξ σου αλλά δε μπορώ
να βοηθήσω.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: (αγριεμένα) Ποιο κόμπλεξ μωρή πινέζα.
Η πιο κοντή απ’ αυτές είναι 1.75.
Εγώ είμαι 1.78 και εσύ μισή τάπα ζουμπαδιάρα.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με τουπέ) Στο κρεβάτι ψηλώνω επικίνδυνα, το ξέρεις αυτό.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: (αγριεμένα) Ξεράδια..
Δεν μου λες τώρα;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (ειρωνικά) Δε σου λέω γιατί πας και τα λες.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Ρε θα ακούσεις ή θα μπήξω τις φωνές;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με απάθεια) Λέγε.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Κατά τις οκτώ είναι καλά;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Πρώτα καφεδάκι;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Ναι, και μετά ποτάκι.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (ειρωνικά) Και μετά, και μετά;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: (ειρωνικά) Μετά θα πάμε στις κούνιες να κάνουμε τραμπάλα.
(αγριεμένα) Τι με ρωτάς τώρα;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με απάθεια) Σε ρωτάω μήπως και θέλεις να σου φέρω λίγο από το παπαρόζουμο.
Ξέρεις εκείνο που φέρνει ανύψωση διαρκείας.
Μη ξεφτιλιστείς πάλι.
Τεντώνει το χέρι με το κινητό και γυρίζει το κεφάλι από την άλλη μεριά παίρνοντας ένα ύφος δυσφορίας από τις βρισιές σε πολύ γρήγορο ρυθμό
που ακούγονται και τις οποίες δεν καταλαβαίνουμε.

ΣΚΗΝΗ 4
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ - ΒΙΛΑ ΑΡΧΙΜΑΦΙΟΖΟΥ /  ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ - ΕΚΤΟΡΑΣ - ΜΠΡΑΒΟΣ 1]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Σ’ ένα δωμάτιο αρκετά μεγάλο - είναι απαραίτητη η παρουσίαση
όσο το δυνατό πιο αργά όλου του δωματίου που είναι επιπλωμένο
με κλασικά ακριβά έπιπλα - ξαπλωμένος σ’ ένα τεράστιο κρεβάτι
ο αρχηγός των αρχηγών όλων των συμμοριών, διαβάζει εφημερίδα.
Μέσα στο δωμάτιο και σε μεγάλη απόσταση, κάπου κοντά στη πόρτα,
στέκεται ακίνητος ένας φουσκωτός - Μπράβος 1- ντουλάπα ολόκληρη.
Η πόρτα χτυπάει. ΗΧΟΣ ΚΤΥΠΗΜΑΤΟΣ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ
Ο Μπράβος 1 ανοίγει και μπαίνει ο Έκτορας.
Η κάμερα δεν δείχνει το πρόσωπό του Έκτορα σ’ όλη τη σκηνή.
Πλησιάζει κοντά στον Νονό και αμίλητος του παραδίδει ένα φάκελο.
Εκείνος τον ανοίγει και αφού ρίχνει μια αργή ματιά χαμογελάει.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: (με ύφος ικανοποίησης) Μπράβο!
Τώρα πια ελέγχουμε σχεδόν τα πάντα.
Όλα τα μαγαζιά είναι στην επιστασία μας.
Οι ομάδες μας υπηρετούν πιστά….
Ο Νονός βήχει, φαίνεται ότι είναι άρρωστος.
Δούλεψες σκληρά, χωρίς αντιρρήσεις και πλησιάζει η ώρα που
θα σε ανταμείψω περισσότερο απ’ ότι νομίζεις.
Πρέπει να προσέχουμε πολύ, γι αυτό αποφεύγετε να κυκλοφοράτε μόνοι.
Βλέπεις έχουμε μπει στο μάτι πολλών και σας χρειάζομαι όλους, ειδικά εσένα.
Πήγαινε τώρα θέλω να ξεκουραστώ…
Ο Έκτορας στρέφεται αμίλητος προς τη πόρτα που του ανοίγει ο Μπράβος 1.

ΣΚΗΝΗ 5
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
                                ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΓΓΕΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΟΥΛΑ – ΤΑΚΗΣ – ΣΑΚΗΣ – ΒΑΓΓΕΛΗΣ]
Συνέχεια από ΣΚΗΝΗ 1.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Σούλα όρθια δίπλα στον Τάκη που συνεχίζει να ροχαλίζει έχοντας σαν μαξιλάρι τον ώμο του Σάκη, τον σκουντάει απαλά.
Ο Σάκης χαμογελάει παραμένοντας ακίνητος.
Ο Τάκης κλείνει το στόμα, ανοίγει τα μάτια ήρεμα και αργά,
κοιτάζει τη Σούλα και χαμογελάει, κατόπιν τον Σάκη και δείχνει δυσφορία.
ΣΟΥΛΑ: (φεύγοντας προς την κουζίνα) Θα μου χυθούν οι καφέδες.
ΤΑΚΗΣ: (πιάνοντας τον σβέρκο με νυσταγμένο ύφος και ξύνοντας έντονα
το κεφάλι με ύφος άγριο) Μπάλες.
Να φοράς και καμιά χοντρή μάλλινη μπλούζα.
Δε φτάνει που πιάστηκα, τσαλακώθηκε και το μουτράκι μου,
(πιάνοντας απαλά τη μύτη του) στράβωσε και η μυτούλα μου.
ΣΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Να την μαζεύεις, γιατί λίγο ακόμα και θα μου
έβγαζε το μάτι και να κοιτάξεις το πρόβλημα που έχεις με τους τερμίτες στο κεφάλι σου.
(δίνοντας μια δυνατή σφαλιάρα στο σβέρκο χαμογελαστός) Γεια σου ρε κουμπαρούλη…
ΤΑΚΗΣ: (αδελφίστικα) Αχ!
Είσαι βάρβαρος.
ΣΑΚΗΣ: (ειρωνικά) Πόνεσες καλή μου;
ΤΑΚΗΣ: (με ύφος άγριο και τραβώντας το σώμα του πίσω μη φάει και άλλη)
Κοίτα να βρεις μια γυναίκα, μην είσαι μια ζωή Ε.Λ.Π.Α.
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελώντας) Τι είναι αυτό;
ΤΑΚΗΣ: (διστακτικά) Επικίνδυνος λόγω παρατεταμένης αγαμίας.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Σούλα έρχεται από κουζίνα αργά κρατώντας ένα δίσκο με 3 Ελληνικούς.
ΣΟΥΛΑ: (καθώς κάθεται δίπλα στον Τάκη) Ο δικός σου χύθηκε Σάκη.
Λεφτά θα πάρεις ή γυναίκα σου πέφτει.
ΤΑΚΗΣ: (με έκφραση πόνου κρατώντας τον ώμο του και γέρνοντας το σώμα προς τη Σούλα) Θα της πάρουμε δώρο και γαντάκια.
ΣΟΥΛΑ: (με απορία) Για να μη κρυώνει;
ΤΑΚΗΣ: (διστακτικά) Όχι, του μποξ, για να του ρίχνει και καμιά φάπα.
(αδελφίστικα και με έκφραση πόνου) Έχεις βαρύ χέρι.
Όλα επάνω σου έτσι είναι;
ΣΑΚΗΣ: (αφού πίνει μια γουλιά) Ωραίος καφές…
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Σηκώνεται απότομα, ενώ ταυτόχρονα από φόβο ο Τάκης τραβιέται προς
την Σούλα που δοκιμάζει τον καφέ της.
Κατευθύνεται σκεφτικός προς την μπαλκονόπορτα με αργά βήματα και σοβαρό ύφος.
Κοντοστέκεται και γυρίζει εξίσου αργά προς τον Τάκη.
Έχω μια περίεργη διαίσθηση ότι θα μου συμβεί κάτι καλό.
ΤΑΚΗΣ: (ειρωνικά) Και εγώ ότι σε λίγο θα ψάχνω τον ώμο μου.
ΣΟΥΛΑ: Καιρός δεν είναι να κάνεις μια σοβαρή σχέση;
Τι περιμένεις πια;
Τα χρόνια περνάνε χωρίς να το καταλάβεις.
ΣΑΚΗΣ: (έχοντας έρθει δίπλα από τον Τάκη που δοκιμάζει τον καφέ και δίνοντάς του μια φάπα, σιγανή στην πλάτη) Λες ρε κολλητέ να το περάσω
το ποτάμι;
ΤΑΚΗΣ: (αδελφίστικα) Με βάρεσες πάλι και ήμουν και εγώ μπροστά.
(απευθυνόμενος στη Σούλα με σοβαρό ύφος) Περιττό να σου πω ότι δίπλα
σου δεν αισθάνομαι και τόσο καλά.
Μπάλες.
Βάλε μια τάξη γιατί αυτός θα με ξεκάνει σήμερα.
Ο Τάκης πιάνει το μάγουλο δείχνοντας με έκφραση πόνου ότι υπάρχει πρόβλημα με το δόντι του.
ΣΟΥΛΑ: Σε έπιασε πάλι ο πόνος;
ΣΑΚΗΣ: Τι έχει;
ΣΟΥΛΑ: Μια κουφάλα και δεν πάει στον γιατρό.
ΣΑΚΗΣ: (με συμπόνια) Πονάς;
ΤΑΚΗΣ: (με δυσφορία) Όταν παίρνει αέρα λαχταράω.
ΣΑΚΗΣ: Είναι μεγάλη;
ΣΟΥΛΑ: 12 μέτρα και βγάλε.
Αφού όταν μιλάει η φωνή του κάνει αντίλαλο…
(κοιτώντας το ρολόι της) Άργησε η Ντινάρα.
Λες να πλακώθηκαν στα ούζα με τη θεία σου και τον πατέρα σου;
ΣΑΚΗΣ: (τραβώντας την κουρτίνα και κοιτώντας έξω) Αυτός το βιολί του.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΑΝΟΥ (ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΓΓΕΛΗ)
Η κάμερα εστιάζει στον 2ο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας, στο διαμέρισμα που μένει ο Βαγγέλης και που από το παράθυρο με τις τραβηγμένες κουρτίνες φαίνεται να εξασκείται στο βιολί, όρθιος, μπροστά στον στρίποδα με τις παρτιτούρες.

ΣΚΗΝΗ 6
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΚΟΥΖΙΝΑ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΓΓΕΛΙΩ – ΛΑΖΑΡΟΣ – ΝΤΙΝΑΡΑ]
Η Βαγγελιώ με την Ντινάρα πίνουν καφέ καθισμένες απέναντι και γύρω από
το μεγάλο τραπέζι της κουζίνας.
Ο Λάζαρος στέκεται όρθιος στην ανοικτή πόρτα της κουζίνας σαν να είναι έτοιμος να φύγει.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Ντιναράκι είχες δίκαιο.
Ήρθε η χασάπισα εχτές το βράδυ από το χωριό της.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Μα άκουγα και εγώ το πρωί τις μπαλταδιές και νόμιζα ότι
μπήκαν κλέφτες.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Και έκοβαν μπριζόλες για το σπίτι;
ΝΤΙΝΑΡΑ: Από αυτούς όλα να τα περιμένεις.
Εδώ έκλεψαν τον περιπτερά και του άφησαν σημείωμα ότι πρέπει να
ντρέπεται γιατί τα περισσότερα ήταν ληγμένα.
(απευθυνόμενη στον Λάζαρο) Αλήθεια αδυνάτισε καθόλου;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Βουργουνδία.
Αφού, είτε αυτοκίνητο περνάει είτε η Βασιλική, τον ίδιο χώρο πιάνουν.
Έτσι έπαθε και το ατύχημα.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (με ανήσυχο ύφος) Τι ατύχημα;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Τράκαρε, μετωπική με μηχανή.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Την καημένη!
Έπαθε ζημιά;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Τι λες τώρα, 1200 ευρώ μόνο τα ανταλλακτικά.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Γιατί θα της κάνουν και ρεκτιφιέ στα χάλια που έχει η γυναίκα;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Ποια γυναίκα;
Η Βασίλω μια χαρά είναι.
Εγώ για τη μηχανή μιλούσα.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (με ύφος ανησυχητικό) Ο οδηγός;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (χαμογελώντας) Άγνωστο, δεν έχει προσγειωθεί ακόμα.
Πλάκα κάνω.
Έπεσε σε κάτι χόρτα, 10 μέτρα πιο πέρα, αλλά δεν έπαθε τίποτα.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Τρομάρα που θα πήρε ο χριστιανός.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Το γελάς, ξέρεις τι είναι να πέφτεις με ταχύτητα πάνω σε
150 κιλά λίπος και κοκάλες;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Η φουκαριάρα όλα έξτρα λάρτζ τα αγοράζει.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Ακόμα και η ομπρέλα που κρατάει όταν βρέχει, θαλάσσης είναι.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Το στρινγκάκι όμως που αγόρασε για το καλοκαίρι, μίντιουμ.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Δεν το πιστεύω.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Μπροστά ήμουν, αφού μάλιστα μου πρότεινε να πάμε μαζί
για μπάνιο.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Να σου δώσω τότε το τηλέφωνο της Γκριν Πις, να ρθουν να την μαζέψουν πριν ανοιχτεί στα βαθιά και την περάσει ο κόσμος για φάλαινα.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
(απευθυνόμενος στην Ντινάρα) Άσχετο, ψάχνω τον γιο μου.
Τον πήρε το μάτι σου πουθενά;
ΝΤΙΝΑΡΑ: Πίνει καφέ στο σπίτι μου.

ΣΚΗΝΗ 7
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΟΥΛΑ - ΝΤΙΝΑ - ΝΤΙΝΑΡΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ (σε συνέχεια από ΣΚΗΝΗ 6)…
Η Σούλα όρθια μπροστά στον καθρέφτη φουντώνει τα μαλλιά της,
ενώ η Ντίνα πίσω της κουμπώνει το μπουφάν που φοράει.
ΝΤΙΝΑ: (καθώς φοράει τον σκούφο της) Ο μπαμπάς;
ΣΟΥΛΑ: (καθώς κοιτάζει στον καθρέφτη) Πήγε σ’ έναν φοιτητή που
νοίκιασε το δυαράκι στον 2ο να μιλήσουν για τα κοινόχρηστα.
ΝΤΙΝΑ: Ο θείος Σάκης;
ΣΟΥΛΑ: (βάζοντας κραγιόν και χαμογελώντας) Τον βάλαμε στους κεφτέδες.
Πλάκα κάνω, πήγε να βάλει βενζίνα.
ΝΤΙΝΑ: Θα το κρατήσουμε πολύ καιρό το πουλί;
ΣΟΥΛΑ: (γυρίζοντας προς την Ντίνα και τακτοποιώντας το κασκόλ της)
Το πουλί είναι ένας παπαγάλος που τον λένε Μάρκο.
Θα τον φιλοξενήσουμε 2 εβδομάδες μέχρι να επιστρέψει η φίλη μου από την
Θεσσαλονίκη.
Δυο εβδομάδες δεν θα βρίζεται γιατί τα ακούει όλα και τα επαναλαμβάνει συχνά, ειδικά τα προστυχόλογα.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Γι αυτό και θα πρέπει ο πατέρας σου να μιλάει λες και βρίσκεται σε εκκλησία,
γιατί αλλιώς βλέπω τον Μάρκο να παραδίδει σεξολογία στο Μπέρκλεϊ.
(παίρνοντας την τσάντα της) Πάμε Ντινάρα να τον φέρουμε;
ΝΤΙΝΑ: (με θυμωμένο ύφος) Ντίνα σκέτο…
Η εξώπορτα ανοίγει και μπαίνει η Ντινάρα…

ΣΚΗΝΗ 8
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΣΙΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ – ΤΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ (σε συνέχεια από ΣΚΗΝΗ 7)…
Ο Βασίλης ενώ είναι σκυμμένος πάνω από τις κούτες, ακούει το κουδούνι
να χτυπάει. ΗΧΟΣ ΚΟΥΔΟΥΝΙΟΥ
Κοιτάζει προς την εξώπορτα και κατευθύνεται με γρήγορα βήματα.
Ανοίγοντας βλέπει τον Τάκη.
ΤΑΚΗΣ: (χαμογελαστός) Καλημέρα, είμαι ο διαχειριστής.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (ευγενικά) Καλώς τον.
(παραμερίζοντας) Έλα πέρασε μέσα.

ΣΚΗΝΗ 9
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΣΑΛΟΝΙ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ – ΒΑΓΓΕΛΙΩ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λάζαρος καρφωμένος μπροστά στην τηλεόραση με ύφος θλιμμένο και τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι από τα μάτια του, δεν βλέπει την Βαγγελιώ που
μπαίνει αθόρυβα στο διαμέρισμα κρατώντας μια λεκάνη με χόρτα.
Ο Λάζαρος γυρίζει απότομα, βλέποντας την Βαγγελιώ και σκουπίζει τα
δάκρυα από τα μάτια του σαν να θέλει να κρύψει τη θλίψη του.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Από την κλειδαρότρυπα μπήκες και δε σε πήρα χαμπάρι;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Καλά έχεις λαλήσει;
Τι είμαι για να χωρέσω από την κλειδαρότρυπα, φύλο και φτερό.
(με τουπέ) Δόξα το θεό ζυγίζω και 55 κιλά.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (ειρωνικά)  Η μισή.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Το μάτι σου στα κιλά μου έπεσε πάλι.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (αγριεμένα) Και στη λεκάνη με τα χόρτα.
Ποιος θα τα φάει 10 κιλά χόρτα;
Ούτε αγελάδες να είμαστε.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (με έντονο ύφος) Όταν τα χλαπακιάζεις δε ρωτάς.
Μόνο φέρε και άλλα λες.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
(με απορία) Αλλά τι έχεις εσύ και είσαι έτσι;
(αφήνοντας τη λεκάνη και πλησιάζοντας κοντά του) Για να σε δω.
Κλαμένος είσαι ή μου φαίνεται;
Ο Λάζαρος φυσάει τη μύξα του και σκουπίζει πάλι τα δάκρυά του.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (με απορημένο ύφος) Πέθανε κανείς;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (φτύνοντας τον κόρφο του) Φτου, φτου
Δε χρωστάς να πεις καλή κουβέντα.
Το μυαλό σου κατευθείαν στο κακό πάει.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Χριστιανέ μου όταν σε βλέπω να κλαις μήπως
θα πρέπει να χορεύω Μπρέικ Ντάνς;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (δείχνοντας προς την τηλεόραση και με ύφος θλιμμένο)
Βλέπω τι τραβάνε αυτά τα παιδάκια…
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Με τα μυξοκλάματα όμως δεν σώζονται.
Θέλει και δράση από τη μεριά μας.

ΣΚΗΝΗ 10
ΚΥΡΙΚΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΟΥΛΑ – ΤΑΚΗΣ – ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης μπαίνει στο σπίτι βιαστικός, αλλά και χαρούμενος και κινείται
προς την Σούλα  που στέκεται μπροστά από ένα κλουβί.
Μέσα σ’ αυτό είναι ένας πολύχρωμος μεγάλος παπαγάλος.
ΤΑΚΗΣ: (κοιτώντας τον παπαγάλο και κουνώντας αργά το κεφάλι,
αριστερά και δεξιά) Έχω ευχάριστα νέα.
Αύριο το πρωί πάμε στη σχολή με τον Βασίλη τον καινούργιο νοικάρη.
Είναι Μαθηματικός και χρωστάει όπως εμείς τα ίδια μαθήματα.
Θα μας βοηθήσει και ένας φίλος του που τελειώνει και έχει άκριες.
(δείχνοντας τον Μάρκο) Τι είναι αυτό;
ΣΟΥΛΑ: Ο παπαγάλος της φίλης μου που σου έλεγα.
ΤΑΚΗΣ: Πόσο χρονών είναι;
ΣΟΥΛΑ: Κανείς δεν ξέρει ακριβώς, είναι όμως γέρος.
Μάρκο τον λένε και μη τον προκαλείς.
Αν αρχίσει να βρίζει δεν σταματάει με τίποτα.
Δεν πρέπει και τα παιδιά να ακούν άσχημες κουβέντες.
ΤΑΚΗΣ: (απευθυνόμενος στον παπαγάλο) Παππού, κοίτα να  είσαι ήσυχος γιατί έχω καιρό να φάω παπαγαλόσουπα.
ΜΟΥΣΙΚΗ…

ΣΚΗΝΗ 11
ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΣΑΛΟΝΙ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ – ΛΑΖΑΡΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ (σε συνέχεια από ΣΚΗΝΗ 10)…
Ο Σάκης βλέπει τηλεόραση αραχτός στον καναπέ.
Ο Λάζαρος αναστατωμένος με τα μαλλιά του όρθια σαν καρφιά δείχνει ότι
κάτι ψάχνει γύρω από τον Σάκη.
Φοράει φόρμα και αθλητικά παπούτσια.
ΣΑΚΗΣ: (με απορία) Τι ψάχνεις;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (με ανήσυχο ύφος) Τα κλειδιά του αυτοκινήτου.
ΣΑΚΗΣ: Τα μαλλιά σου γιατί είναι έτσι;
Σαν πυροβολημένο τρυγόνι είσαι.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (βιαστικά κατευθυνόμενος προς την εξώπορτα με τα κλειδιά
στο χέρι) Δεν τα στέγνωσα.
Ανοίγει την εξώπορτα και πριν βγει:
ΣΑΚΗΣ: (με απορία) Καλά που πας;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (βιαστικά) Για τζόκιν με τον μανάβη
ΣΑΚΗΣ: Αν δεν κόψεις τις χλαπάτσες που τρως, ούτε τα Βόδι Λάιν δε σε σώζουν.

ΣΚΗΝΗ 12
ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΝΤΙΝΑΡΑ – ΒΑΓΓΕΛΙΩ – ΣΟΥΛΑ – ΤΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης έρχεται τρέχοντας και κατευθύνεται προς την κουζίνα.
Βλέποντας στον καναπέ την Ντινάρα και την Βαγγελιώ να κρατούν από
ένα φλιτζάνι, φρενάρει και κοντοστέκεται.
ΤΑΚΗΣ: Hi girls.
What are you drinking and my nose is broken;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (χαμογελώντας) Τσαγάκι, το Ελληνικόν.
ΤΑΚΗΣ: (αφού κάθεται κοντά τους και με τουπέ) Σούλα, α cup of tea please.
ΦΩΝΗ ΣΟΥΛΑΣ: (από κουζίνα) Do you want a lemon;
ΤΑΚΗΣ: Of course my dear.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (χαμογελώντας) Παιδάκι μου, έχει ομίχλη στο δωμάτιό σου;
ΤΑΚΗΣ: (με ύφος απορημένο) Λίγο υγρασία, γιατί;
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με ειρωνικό ύφος) Λες να φοβάται μη σκουριάσεις;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (χαμογελώντας) Σε ρωτάω γιατί μιλάς σαν Λονδρέζος κορνιζάς.
Η Σούλα έρχεται κρατώντας ένα φλιτζάνι και στέκεται μπροστά στον Τάκη.
ΣΟΥΛΑ: (το προσφέρει κάνοντας μια ελαφρά επίκυψη) Your tea sir.
ΤΑΚΗΣ: (παίρνοντας το στα χέρια) Ο, thank you πολύ.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με αυστηρό ύφος) Μωρή παλάβωσες και εσύ;
(χαμογελώντας) Καλά ετούτος φέρνει και λίγο σε Άγγλο,
(ο Τάκης κορδώνεται), από τη νότια Γαλλία,
(ο Τάκης πιάνει τη μύτη του με ύφος θλιμμένο), αλλά και εσύ Μανιατάκι
από τα γεννοφάσκια σου να λες αυτά τα γλου, γλου γλου;
ΣΟΥΛΑ: (με τουπέ) Εξασκούμε τα Αγγλικά μας γιατί ο Τάκης μου
όταν γεννήσω θα με πάει διακοπές στα Αγγλικά νησιά.
Θα δούμε και τ’ ανάκτορα του Μπάκινχαμ.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Ρε ποια ανάκτορα του Μπάκινχαμ, εδώ μέχρι την
Μαγούλα και δεν έχετε πάει μέχρι τώρα.
Θα πάτε σε ξένο μέρος να δείτε τους ξενέρωτους και
(ειρωνικά) τις φυσικές ομορφιές τους;
Ξέρετε πόσα ωραία μέρη έχει η Ελλάδα;
Τι καλούς και φιλόξενους ανθρώπους;
Άνθρωποι λεβέντες που μόλις δουν Έλληνα του δείχνουν ένα
χαμόγελο δυόμισι μέτρα, όχι τα τυρόγαλα που καλημέρα τους λες,
και σου δείχνουν ένα δάκτυλο 20 πόντους.
Αν χτυπήσεις την πόρτα τους και τους ζητήσεις ένα ποτήρι νερό,
σε κοιτάζουν λες και τους σκότωσες τη μάνα και σε αρχίζουν
μ’ αυτά τα «φάκιν, μάκιν».
(ειρωνικά) Ακόμα τ’ ανάκτορα του Μπάκινχαμ σκέφτεστε;
ΤΑΚΗΣ: (με τουπέ) Ναι, θα δούμε και την εξαδέλφη σου την Ελισάβετ.
Εσύ δεν είπες ότι στις γιορτές σου στέλνει αναμνηστικές κάρτες;
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με τουπέ) Χαρτζιλίκι μου ζητάει, γι αυτό μου στέλνει
τις κάρτες η φτωχομπι….
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (χαμογελαστή) Μη το πεις…

ΣΚΗΝΗ 13
ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΡΩΙ - ΕΙΣΟΔΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΥ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΕΚΤΟΡΑΣ - ΤΑΚΗΣ - ΒΑΣΙΛΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Βασίλης, ο Τάκης και ο Έκτορας βγαίνουν από την είσοδο της σχολής. Περπατούν αργά και μιλούν μεταξύ τους.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Μη σας νοιάζει παιδιά εγώ μαζεύω τις καλύτερες σημειώσεις
απ’ τα διαβαστάρια της σχολής.
Θα σας βοηθάω όσο μπορώ και εγώ.
Τη Τρίτη όμως έχει μπαράκι.
Και οι τέσσερις, έτσι;
ΤΑΚΗΣ: (δείχνοντας τον κρόταφο) Μη το κάψουμε από την πρώτη ημέρα.
(ανταλλάσσοντας χειραψία με τον Έκτορα) Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Έγινε τα λέμε.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (χτυπώντας ελαφρά στον ώμο τον Έκτορα)
Σε περιμένω το απόγευμα.
Και μη ξεχάσεις να φέρεις σώβρακα πάλι.
Ο Έκτορας χαμογελώντας γυρίζει προς την είσοδο της σχολής και
απομακρύνεται, ενώ οι άλλοι κατευθύνονται προς το παπί με αργά βήματα.
ΤΑΚΗΣ: Καλό παιδί.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Και απλός άνθρωπος.
Στα μπαράκια που δουλεύω έρχεται συχνά.
Του αρέσει η παρέα μου αλλά θέλει και να μιλάει με τον κόσμο παρά το θλιμμένο του ύφος.
Ποιος ξέρει τι ελπίζει να βρει και από ποιόν.
Βλέπεις δεν έχει γονείς.
ΤΑΚΗΣ: Ρε τον φουκαρά.
Γι αυτό θέλει να μένει σπίτι σου.
Μεγάλο πράγμα η ορφάνια, αλλά πως ζει;
Εργάζεται;
ΒΑΣΙΛΗΣ: Πριν πεθάνουν οι θετοί γονείς του, του εξασφάλισαν χρήματα ώστε να σπουδάζει χωρίς να εργάζεται, και αυτό κάνει.
Έχει φτάσει να χρωστάει σχεδόν ότι και εμείς.
Δεν είναι καλύτερα τώρα που πήραμε το πρόγραμμα και ξέρουμε πότε
θα δώσουμε και πότε θα διαβάσουμε;
ΤΑΚΗΣ: Διαφορική Γεωμετρία και Μιγαδική ανάλυση.
Δύο μαθήματα, μια ζωή.
Θα πάρω και τον κουμπάρο μου να τον ενημερώσω.
(αδελφίστικα) Μη γεννήσει και πριν την ώρα του.
Φοράνε τα κράνη, ανεβαίνουν στη μηχανή και χάνονται στο βάθος του δρόμου.

ΣΚΗΝΗ 14
ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΡΩΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
                               ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΑΚΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΟΥΛΑ - ΤΑΚΗΣ - ΣΑΚΗΣ]
Η Σούλα καθισμένη στον καναπέ βλέπει τηλεόραση.
Από την εξώπορτα μπαίνει απότομα ο Τάκης.
Την κλείνει και έρχεται να καθίσει δίπλα στη Σούλα δίνοντάς της
ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο.
ΣΟΥΛΑ: Τι έγινε;
ΤΑΚΗΣ: (με ύφος χαρούμενο) Πήραμε το πρόγραμμα και μου γνώρισε
ο Βασίλης έναν φοιτητή, τον Έκτορα που θα μας βοηθήσει.
Ελπίζω τώρα κοκόνα μου να τελειώσω, πολλές βλέπεις οι βοήθειες.
Η Ντινάρα που είναι;
ΣΟΥΛΑ: Πήγε να ψωνίσει.
ΤΑΚΗΣ: Πάω λίγο μέσα να ετοιμάσω τη διαφήμιση για το τσίρκο.
Εσύ φτιάξε καφέ.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Δεν προλαβαίνει να κάνει δύο βήματα όταν κτυπάει το κινητό του.
Κοιτάζει τον αριθμό και απαντάει με τουπέ.
Ακολουθεί ΕΝΑΛΛΑΞ ΠΡΟΒΟΛΗ της συνομιλίας του Σάκη από το
γραφείο του, με τον Τάκη:
ΤΑΚΗΣ: (σοβαρά) Έλα μωρή τσουράπω.
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελαστά) Τι κάνατε;
ΤΑΚΗΣ: Πήραμε το πρόγραμμα.
Γνώρισα και τον Έκτορα, τον φίλο του Βασίλη.
Σήμερα το βράδυ ξεκινάμε διάβασμα μέχρις εσχάτων.
Δεν πιστεύω να μας την κάνεις;
ΣΑΚΗΣ: (αδελφίστικα) Μπορώ χωρίς εσένα;
Θα μας βοηθήσει ο Έκτορας;
ΤΑΚΗΣ: Ναι, θα μας φέρει και σημειώσεις.
Θα μετακομίσει εδώ στον Βασίλη και θα διαβάζει μαζί μας.
Το απόγευμα θα έρθει, (αδελφίστικα) θα φέρει και τα σώβρακά του.
Την Τρίτη το βράδυ θα πάμε στο μπαρ που δουλεύει ο Βασίλης.
(αδελφίστικα) Θα έρθεις;
ΣΑΚΗΣ: (ειρωνικά) Γιατί φοβάσαι μην είσαι μόνη σου;
ΤΑΚΗΣ: (αδελφίστικα και με υποτιμητικό ύφος) Ναι, μη χάσω το φλάμπουρο.
Κοίτα μην έρθεις όμως αξύριστη και άπλυτη πάλι.
Φόρα και κανένα σικ συνολάκι, γύφτο.
ΣΑΚΗΣ: (γελώντας αδελφίστικα) Δε θα ξεχάσω.
Μήπως πρέπει να κάνω και πίλινγκ;
(μιλώντας αντρικά και σοβαρά) Ε ρε τι λέω πρωινιάτικα,
Σε καλό να μου βγει.
Άντε γιατί με σένα θα ξεχάσω και να κατουράω.
Κλείνω τώρα γιατί έχω πολύ δουλειά.
Θα τα πούμε το απόγευμα.

ΣΚΗΝΗ 15
ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΡΩΙ – ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ – ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ]
Ο Περικλής καθιστός στην πολυθρόνα μιλάει στο κινητό, μέσω ανοικτής ακρόασης, με το φίλο του.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Κοίταξε σήμερα να μην αρχίσεις πάλι τις παπαροφιλοσοφίες στα κορίτσια.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Γιατί δε τους άρεσαν;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Επειδή τους άρεσαν στο λέω, γιατί εσύ μπορεί να είσαι άνθρωπος του ‘λέγειν’, εγώ είμαι του ‘πιάνειν’ και έτσι όπως το πας πάλι νηστικός θα μείνω σήμερα.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Δε μου στέλνεις από νωρίς τη δικιά μου να την κάνω
να αισθανθεί γυναίκα.
Έχω κάτι άπλυτα σώβρακα, σεντόνια, μαξιλαροθήκες.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Ρε στις γυναίκες δεν φέρονται έτσι.
Τους λένε κομπλιμέντα, προσφέρουν λουλούδια, φέρονται ευγενικά.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Ναι και μετά κάνουν ότι δεν τις ξέρουν.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Το ‘στρίβειν’ είναι η καλύτερη μέθοδος.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Το ‘μουτζώνειν’ όμως δεν είναι, γιατί αν φας και 5 φάσκελα
δίνει εκείνη το τέλος που θέλει και τέτοια ικανοποίηση εγώ δεν προσφέρω.
Τελειώνω μια σχέση μόνο και όταν μου το ζητήσει, αλλιώς μένω
αιώνια πιστός.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Και αιώνια κερατάς.
Ρε συ οι γυναίκες είναι πολυγαμικά όντα, δεν τρέφουν αυταπάτες
για μόνιμους και σταθερούς δεσμούς.
Βαράνε και φεύγουνε.
Μόνο αν υπάρχει το χρήμα σου κάνουν στενό μαρκάρισμα,
διαφορετικά βγαίνεις συνέχεια αράουτ.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Είναι και το μυαλό στη μέση.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Πιο, αυτό που δεν έχουνε;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Για το δικό μου σου λέω.
Δεν είδες πως με κοιτάγανε όταν τους μίλαγα.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Να δεις πως θα σε ξανακοιτάξουν αν συνεχίσεις
να μιλάς και να λες αυτά που έλεγες.
Θα σε πούνε και πεοκρούστη.
Ρε βάλτο καλά στο κεφάλι σου, χωρίς δράση δε γίνεται πόλεμος.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Τι πόλεμος;
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: (ειρωνικά) Ο πρώτος παγκόσμιος.
Καλά έχεις αγαθέψει, για τον πόλεμο του κόλπου μιλάω.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Μη ξεχνάς όμως ότι η δράση φέρνει αντίδραση και από τον πόλεμο του κόλπου και την κατάληψη των υψωμάτων – τάχουνε και μπόλικα - μήπως περάσουμε στην αναπάντεχη τεκνοποιία.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Καλά παιδιά είμαστε τώρα;
Τι την έχουμε την καποτοπροστασία;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Δεν μιλάω για εσένα.
Μιλάω για αυτόν που θα της το φυτέψει και αυτή θα στο πασάρει για δικό σου.  
Και δικαιολογίες, όσες θες.
Διαρροή θα σου πει.

ΣΚΗΝΗ 16
ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΡΩΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ /  ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΑΚΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΓΥΝΑΙΚΙΑ ΦΩΝΗ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ]
Ο Σάκης είναι σκυμμένος πάνω από χαρτιά, ενώ το εσωτερικό τηλέφωνο
στο γραφείο του χτυπάει. ΗΧΟΣ ΤΗΛΕΦΩΝΟΥ
Απαντάει έχοντας την ανοικτή ακρόαση:
ΣΑΚΗΣ: Ναι.
ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΙΑ: Κύριε Σάκη σας ζητούν.
ΣΑΚΗΣ: Να περάσει μέσα.
(μονολογώντας) Επιτέλους ήρθε ο δικηγόρος.
Και ενώ είναι απορροφημένος ακούει να χτυπούν τη πόρτα.
ΗΧΟΣ ΚΤΥΠΗΜΑΤΟΣ ΠΟΡΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ
(ενώ το κεφάλι του είναι σκυφτό) Περάστε.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η κάμερα εστιάζει στην Κατερίνα αφήνοντας να φανεί από εκείνη μόνο το τελείωμα της φούστας - λίγο κάτω από το γόνατο - το μαύρο διακριτικό καλτσόν και οι ημίψηλες γόβες.
Η Κατερίνα μπαίνει στο γραφείο αθόρυβα, μέχρι που στέκεται
όρθια μπροστά από το γραφείο.
Ο Σάκης παραμένει σκυμμένος.
(με σκυμμένο κεφάλι προτείνοντας το αριστερό του χέρι προς την πολυθρόνα
μπροστά απ’ το γραφείο) Καθίστε…
Η κάμερα συνεχίζει να κρύβει την Κατερίνα από το γόνατο και πάνω.
Η Κατερίνα κάθεται αμίλητη.
(καθώς ανασηκώνει αργά το κεφάλι του) Μου είπε ο Γιώργ…
Βλέπει την Κατερίνα, θαμπώνεται και μένει με το στόμα ανοικτό.
(κομπιάζοντας) ότι είστε δικη, δικη…
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (χαμογελώντας) Δικηγόρος.
Με λένε Κατερίνα, (δίνοντας ένα φάκελο) εδώ έχω το βιογραφικό μου.
Αφήνει μπροστά του ένα φάκελο, εκείνος τον ανοίγει και διαβάζει αργά.
ΣΑΚΗΣ: Νομική Αθηνών και 3 χρόνια σε δικηγορικό γραφείο;
Κουνώντας το κεφάλι του δείχνοντας έτσι ικανοποίηση, σηκώνεται και
δίνει το χέρι του να χαιρετήσει τη Κατερίνα, ενώ και εκείνη κάνει το ίδιο.
Με λένε Σάκη Σκαρλάτο, είμαι γιος του Λάζαρου Σκαρλάτου.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (απορημένα) Ναι ξέρω μου μίλησε ο Γιώργος.
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελώντας) Θέλω να σας δείξω κατά πρώτον το γραφείο σας.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με ύφος χαρούμενο) Δηλαδή προσλαμβάνομαι;
ΣΑΚΗΣ: Φυσικά και κατά δεύτερον τις υποχρεώσεις σας.
(προτείνοντας το δεξί του χέρι προς τη πόρτα) Παρακαλώ περάστε…
ΜΟΥΣΙΚΗ…

ΣΚΗΝΗ 17
ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΡΩΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΚΑΤΕΡΙΝΑ - ΣΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ (σε συνέχεια από ΣΚΗΝΗ 16)…
Ο Σάκης στέκεται όρθιος μπροστά από τη πόρτα του γραφείου και από το
ύφος του φαίνεται ότι θαυμάζει την ομορφιά της Κατερίνας που κάθεται
στο γραφείο της και ανοίγει τα συρτάρια ένα ένα.
Κοιτάζει τον πρώτο από τους φακέλους που είναι πάνω στο γραφείο.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Απ’ ότι βλέπω οι φάκελοι των συμβολαίων είναι εδώ.
Θέλουν μελέτη γι αυτό θ’ αρχίσω από τώρα.
(σηκώνοντας το κεφάλι και κοιτάζοντας τον Σάκη) Πειράζει;
ΣΑΚΗΣ: Καθόλου και όσον αφορά τον μισθό σας;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Θα τα πούμε στην πορεία.
Μπορώ να καθίσω μέχρι αργά σήμερα αφού άργησα το πρωί;
ΣΑΚΗΣ: Όπως νομίζετε.
(γυρίζοντας να φύγει κοντοστέκεται) Πηγαίνω στο γραφείο μου τώρα.
Για ότι θέλετε είμαι δίπλα….

ΣΚΗΝΗ 18
ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΝΤΙΝΑΡΑ - ΣΟΥΛΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης βγαίνει από την κρεβατοκάμαρα.
Προχωράει προς την Σούλα που κάθεται στον καναπέ με την
Ντινάρα και στέκεται όρθιος μπροστά τους.
ΤΑΚΗΣ: (με παραπονεμένο ύφος) Που είναι οι γόμες και οι ξύστρες μου;
ΣΟΥΛΑ: Σου πήρε η μαμά καινούργιες.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (σηκώνεται και φέρνοντας μια σακούλα που είχε δίπλα της)
Να αγόρι μου.
Σου πήρα και κασετίνα.
ΤΑΚΗΣ: (ναζιάρικα) Έχει λουλουδάκια;
ΝΤΙΝΑΡΑ: Έχει.
ΤΑΚΗΣ: Κόκκινα;
ΝΤΙΝΑΡΑ: Και κόκκινα και μπλε, ένα ολόκληρο μπαξέ έχει.
ΤΑΚΗΣ: Ξύστρα;
ΝΤΙΝΑΡΑ: Και ξύστρα και τετράδια και μολύβια.
Ο Τάκης παίρνει τη σακούλα και αρχίζει να κοιτάζει το εσωτερικό της.
ΣΟΥΛΑ: Τάκη πρέπει να πάμε μεθαύριο στο νοσοκομείο για
εξετάσεις αίματος.
Είπαμε θα δώσεις και εσύ.
ΤΑΚΗΣ: (χλομιάζοντας) Έχω υπόταση αφού το ξέρεις.
ΣΟΥΛΑ: (επιτακτικά) Δεν έχεις υπόταση και πρέπει να ξεπεράσεις
το φόβο σου.
Για το παιδί μας είναι.
ΤΑΚΗΣ: (φοβισμένα) Την άλλη φορά με το θείο Παντελή, έχασα το φως μου.
Ιπτάμενους δίσκους έβλεπα στον ουρανό.
ΣΟΥΛΑ: Έλα μην κάνεις έτσι, δεν είναι τίποτα.
ΤΑΚΗΣ: (με τουπέ) Μπάλες.
(γυρίζοντας προς την κρεβατοκάμαρα) Καλά, πάω τώρα να ξύσω
τα μολύβια μου.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Κρατώντας τη σακούλα στο χέρι του απομακρύνεται.
ΣΟΥΛΑ: Από τη μέρα που μπήκε στο Ιντερνέτ έχει λυσσάξει.
Μ’ έχει φλομώσει με τις μπάλες και τα παπάκια.
Παραμιλάει και στον ύπνο του.

ΣΚΗΝΗ 19
ΔΕΥΤΕΡΑ ΒΡΑΔΥ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΣΙΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ - ΕΚΤΟΡΑΣ - ΤΑΚΗΣ - ΣΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Γύρω από το σχετικά μεγάλο τραπέζι στο καθιστικό οι 4 πλέον
συμφοιτητές κάθονται – ο Σάκης με τον Τάκη δίπλα - αμίλητοι και
απόλυτα συγκεντρωμένοι στη μελέτη τους.
Ο Έκτορας δείχνει στον Βασίλη - χωρίς ν’ ακούμε τι λέει - γράφοντάς του
κάτι που δεν βλέπουμε στο φύλο που είναι μπροστά στον Βασίλη.
Από τις όψεις τους φαίνεται ότι έχουν περάσει αρκετές ώρες διαβάσματος
Ο Σάκης τεντώνεται γέρνοντας το σώμα του πίσω.
Ο Τάκης ταυτόχρονα τραβιέται από φόβο μη τον χτυπήσει.
Ο Σάκης χαμογελώντας σηκώνεται για να ξεπιαστεί και κάνει λίγα βήματα
ΣΑΚΗΣ: (καθώς κάθεται) Είμαστε τυχεροί που σε γνωρίσαμε Έκτορα,
γιατί σημειώσεις σαν και αυτές που μας έφερες δε θα βρίσκαμε.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Στους Μιγαδικούς που διαβάζουμε τώρα, δε θα έχουμε πρόβλημα.
Που να δεις στη Διαφορική Γεωμετρία τι θα γίνει.
Και ευτυχώς που την παρακολούθησα όλη και την έχω διαβάσει καλά.
ΣΑΚΗΣ: (με φοβισμένο ύφος) Πείνασα.
ΤΑΚΗΣ: Από το φόβο, τον πιάνει βουλιμία.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Να φτιάξω κανένα σάντουιτς;
ΤΑΚΗΣ: (κοιτώντας τον Σάκη και διστακτικά) Εσύ τι θέλεις και τρως;
Σάκης πας, Σάκης έρχεσαι.
ΣΑΚΗΣ: Πλάκα πλάκα να είχαμε κανένα γουρουνόπουλο ψητό.
ΤΑΚΗΣ: (σοβαρά) Τώρα σοβρακολογείς ή κυλοτάρεις;
Τέτοια ώρα θα φας γουρουνόπουλο;
ΣΑΚΗΣ: Τα σάλια μου τρέχουν.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Να πάρουμε τηλέφωνο να μας φέρουν, μη πάθεις τίποτα...
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης σηκώνεται όρθιος και βάζει τα χέρια στις τσέπες του
παντελονιού του ψάχνοντας.
ΤΑΚΗΣ: (με αφέλεια) Ξέχασα το παντελόνι στο άλλο πορτοφόλι.
Είχα την κάρτα από το ψητοπωλείο μέσα.
(ψάχνοντας) Κρίμα ένα ψητόπουλο κοτό με μια φύρα μπιξ, θα ήταν ότι έπρεπε.
ΣΑΚΗΣ: (καθώς σηκώνεται) Γλώσσεψες τη μπέρδα σου πάλι;
(βγάζοντας το κινητό) Παίρνω να παραγγείλω.
(κοιτώντας τους άλλους που δυσανασχετούν) Όχι;
ΤΑΚΗΣ: (σοβαρά και με έντονο ύφος) Ρε κάτσε κάτω να τελειώνουμε
που έχεις μάθει κάθε βράδυ να τρως μια στάνη.
ΣΑΚΗΣ: (καθώς κάθεται και με ύφος αδελφίστικο) Ότι πεις καλή μου γειτόνισσα.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (καθώς σηκώνεται γελαστός) Αφού είναι έτσι φτιάχνω φραπέ. Ποιος θέλει;
Όλοι γνέφουν καταφατικά.
Ο Βασίλης κατευθύνεται στην κουζίνα…
ΦΩΝΗ ΒΑΣΙΛΗ: (φωνάζοντας) Έχω μόνο 3 καλαμάκια.
ΣΑΚΗΣ: (ειρωνικά) Φτάνουν, ο Τάκης έχει τη μύτη του.
ΤΑΚΗΣ: (με θυμωμένο ύφος) Μπάλες.

ΣΚΗΝΗ 20
ΔΕΥΤΕΡΑ ΒΡΑΔΥ - ΒΙΛΑ ΑΡΧΙΝΟΝΟΥ / ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Αρχινονός κλείνει το κινητό και το κρατάει στα χέρια του.
Έχει ένα ύφος σκεφτικό και ένα βλέμμα που εστιάζει στο άπειρο.
Μετά από ένα απότομο κούνημα του κεφαλιού, σα να βγήκε από
τις σκέψεις του, πληκτρολογεί στο κινητό έναν αριθμό.
Βάζει το κινητό στο αφτί και περιμένει…
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Έλα, μπορείς να μιλήσεις; ΠΑΥΣΗ
Τελικά οι πληροφορίες σου ήταν σωστές.
Μας παρακολουθούν όπως διαπιστώσαμε και βλέπω ότι θα έχουμε πόλεμο.
Πήρα όλα τα μέτρα, όπως με συμβούλεψες…ΠΑΥΣΗ
Ναι, είναι όλοι οπλισμένοι σαν αστακοί…ΠΑΥΣΗ
Μόνο τον γιατρό περιμένω…ΠΑΥΣΗ
Τον έχω αρκετό καιρό και είναι εμπιστοσύνης…ΠΑΥΣΗ
Δεν νομίζω το ανθρωπάκι να έχει σχέση με όλα αυτά…ΠΑΥΣΗ
Ευχαριστώ, θα σε ενημερώσω σύντομα…

ΣΚΗΝΗ 21
ΔΕΥΤΕΡΑ ΒΡΑΔΥ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΣΚΥΛΟΙ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Θυρωρός καθισμένος στην αναπαυτική πολυθρόνα του κλείνει το κινητό.
Κοιτάζει τους σκύλους δίπλα του και σηκώνεται από την καρέκλα
αργά έχοντας σκεφτικό ύφος.
Με το ίδιο ύφος βαδίζει αργά μέχρι το παράθυρο.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Πως θα πω αύριο το πρωί στο αφεντικό για σας;
Θα με αφήσει να σας φιλοξενήσω;
(κοιτώντας τον ένα σκύλο) Λέων, ο φιλαράκος έχει πρόβλημα και δε θα
τα καταφέρει.
Έπρεπε να είχε μετακομίσει κοντά μου όπως τον είχα προειδοποιήσει.
Τώρα τα πράγματα είναι δύσκολα γι αυτόν και θέλει βοήθεια.
Είναι και ξεροκέφαλος αφού πάντα κάνει του κεφαλιού του.
Αν με άκουγε τότε, τώρα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά.
(κοιτάζοντας τους σκύλους) Πρέπει να σας βάλω να φάτε.
Ευτυχώς που αγόρασα πολλές κονσέρβες με ξηρά τροφή.



ΣΚΗΝΗ 22
ΤΡΙΤΗ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΝΤΙΝΑΡΑ - ΤΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Ντινάρα έρχεται από την κρεβατοκάμαρα φορώντας μια ρόμπα πάνω
από το νυχτικό της.
Ανάβει το φως του καθιστικού και κατευθύνεται αργά προς την κουζίνα περνώντας δίπλα από το κλουβί του παπαγάλου.
ΦΩΝΗ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ: Κλέφτες, κλέφτες….
ΝΤΙΝΑΡΑ: (όσο κοντοστέκεται δίπλα απ’ το κλουβί και με θυμωμένο ύφος) Σκάσε, σκάσε.
Τι φωνάζεις δεν βλέπεις ότι είμαι εγώ;
Αόμματος είσαι;
Αλλά πώς να δεις με τη μυτόνγκα που έχεις.
Στρέφεται προς την κουζίνα και πριν προλάβει να κάνει ένα βήμα…
ΦΩΝΗ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ: Χοντρή, χοντρή….
Η Ντινάρα γυρίζει και κοιτάζει με θυμωμένο ύφος τον παπαγάλο,
ενώ ταυτόχρονα ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Τάκης.
ΦΩΝΗ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ: Αδελφή, αδελφή….
ΤΑΚΗΣ: (κλείνοντας την πόρτα με απορημένο ύφος) Εμένα είπε
αδελφή ή εσένα;
ΝΤΙΝΑΡΑ: Εσένα.
Εμένα με είπε προηγουμένως χοντρή.
ΤΑΚΗΣ: (προχωρώντας προς τον καναπέ) Α, δεν θα τα πάμε καλά με
το βρωμόπουλο.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Ντινάρα μπαίνει στην κουζίνα, ενώ ο Τάκης ψάχνει γύρω γύρω.
Η Ντινάρα έρχεται από την κουζίνα κρατώντας ένα πιάτο με μπισκοτάκια.
ΦΩΝΗ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ: Ρίξε, ρίξε….
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με θυμωμένο ύφος) Τον βλέπω αύριο να κάνει παρέα
με τη γάτα της Βασιλικής.
(τρώγοντας ένα μπισκότο) Δε θα μείνει φτερό.
Τι έγινε, διαβάσατε;
ΤΑΚΗΣ: Δεν τελειώσαμε.
Ψάχνω το φορτιστή μου, κάπου εδώ τον άφησα το απόγευμα
(βρίσκοντάς τον και καθώς κατευθύνεται προς την πόρτα) Θα αργήσω.
(καθώς κοντοστέκεται μπροστά στον Μάρκο φέροντας τα χέρια στα αυτιά του και κουνώντας τα μαζί τους με άγριο ύφος) Ουουου…
ΝΤΙΝΑΡΑ: Πλύσου λίγο να ξυπνήσεις.
Σε λίγο θα κατέβω να σας φέρω σάντουιτς.

ΣΚΗΝΗ 23
ΤΡΙΤΗ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΣΚΥΛΟΙ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Θυρωρός σκυμμένος ελαφρά στέκεται δίπλα στον Λέοντα που κάθεται
στα πίσω πόδια και τον κοιτάζει.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Θα κάνουμε ένα τεστάκι να δούμε σε ποιο σημείο βρίσκεται
η νοημοσύνη σου και αν έχεις ανεπάρκεια σύγκλισης γιατί βλέπω ότι
γέρνεις προς τα δεξιά όταν με κοιτάς.
(προτείνοντας το δεξί του χέρι) Δώσε μου το χέρι σου.
Ο Λέων σηκώνει το πόδι.
Ο Θυρωρός το πιάνει, το κουνάει και το αφήνει.
Πολύ ωραία.
Του χαϊδεύει λίγο το κεφάλι και σηκώνεται όρθιος.
Τώρα Λέων θα κάνουμε μια δύσκολη άσκηση.
Ο Λέων τον κοιτάζει συνεχώς.
Ο Περικλής σκύβει πάλι κοντά στον σκύλο και προτείνει σταθερά
την παλάμη του δεξιού χεριού του.
Διάλεξε ένα δάκτυλο.
Ο Λέων σηκώνει το πόδι και ακουμπάει για λίγο ένα δάκτυλο.
Περίφημα.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
(καθώς σηκώνεται όρθιος στρέφοντας αριστερά, δεξιά την παλάμη)
Τώρα τ’ ανακατεύουμε.
(κρύβοντας την παλάμη) Μη βλέπεις ζαβολιάρη.
(σκύβοντας πάλι μπροστά στον Λέοντα και προτείνοντας την
παλάμη του ανοικτή) Ποιο είναι;

ΣΚΗΝΗ 24
ΤΡΙΤΗ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΣΙΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ - ΕΚΤΟΡΑΣ - ΤΑΚΗΣ - ΣΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Βασίλης ανοίγει την πόρτα απ’ όπου μπαίνει φουριόζος ο Τάκης που
με νευρικά βήματα κατευθύνεται μπροστά στην μπαλκονόπορτα και αρχίζει
ένα αδιάκοπο πηγαινέλα μονολογώντας, χωρίς να ακούμε τι λέει.
Ο Βασίλης στέκεται δίπλα στον Έκτορα και με τα μάτια ρωτούν
ο ένας τον άλλο τι μπορεί να έχει πάθει ο Τάκης.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (απευθυνόμενος στον Τάκη με ανήσυχο ύφος) Τι έπαθες;
ΤΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Υπάρχει φόλα για παπαγάλο;
Το χαμόγελο αντικαθιστά την απορία στα πρόσωπα των άλλων δυο.
ΕΚΤΟΡΑΣ: (με ύφος χαμογελαστό) Γιατί, πήρατε παπαγάλο;
ΤΑΚΗΣ: (με ύφος άγριο) Μας τον πάσαρε μια φίλη για 2 εβδομάδες.
Αλλά δεν τον βλέπω να βγάζει τη μέρα.
Άσχετο, ο ευρωγκόμενος που είναι;
ΒΑΣΙΛΗΣ: Στην τουαλέτα.
Ο Σάκης έρχεται από την τουαλέτα και βλέποντας τον Τάκη, κοντοστέκεται.
ΤΑΚΗΣ: Μπα πουλάκι μου εδώ είσαι;
ΣΑΚΗΣ: (με ειρωνικό ύφος) Μεγάλο πουλάκι έχεις.
ΤΑΚΗΣ: (με απορημένο ύφος) Που το έμαθες, ακούστηκε μέχρι εδώ;
ΣΑΚΗΣ: (κοιτώντας τον Βασίλη με ύφος απορημένο) Για τι πράγμα μιλάει;
ΤΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Για τον Μάρκο τον ρουφιάνο λέω.
ΕΚΤΟΡΑΣ: (κοιτώντας τον Σάκη) Του έφεραν έναν παπαγάλο.
ΣΑΚΗΣ: (με ύφος απορίας) Τι παπαγάλο;
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΤΑΚΗΣ: (με ειρωνικό ύφος) Είναι ένα πουλάκι χρωματιστό
που δεν πηδάει, όχι…
Μόνο στέκεται ακίνητο και βρίζει.
(με άγριο ύφος) Το κατάλαβες ή θέλεις να το ζωγραφίσω;

ΣΚΗΝΗ 25
ΤΡΙΤΗ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΣΙΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ – ΕΚΤΟΡΑΣ – ΣΑΚΗΣ – ΤΑΚΗΣ – ΝΤΙΝΑΡΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Έκτορας ανοίγει την πόρτα απ’ όπου μπαίνει χαμογελαστή η Ντινάρα κρατώντας μια σακούλα.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (κοντοστέκεται) Γεια σου Έκτορα.
Προχωράει και στέκεται πάνω από τον Τάκη, ενώ ο Έκτορας κάθεται
στην καρέκλα του.
Γεια σας παιδιά μου, είπα να κατέβω μήπως θέλετε κάτι.
Σας έφερα σάντουιτς, να σας φτιάξω καφέ;
ΒΑΣΙΛΗΣ: Θα έφτιαχνα αργότερα, αλλά μια και ήρθατε, στη κουζίνα
είναι όλα.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Τι να φτιάξω;
ΕΚΤΟΡΑΣ - ΒΑΣΙΛΗΣ - ΤΑΚΗΣ - ΣΑΚΗΣ: (ταυτόχρονα) Ελληνικό σκέτο.
Κοιτούν ο ένας τον άλλο περίεργα, ενώ η Ντινάρα πηγαίνει στην κουζίνα.
ΤΑΚΗΣ: (απευθυνόμενος στον Έκτορα) Πότε δίνεις Γκαλουά;
ΦΩΝΗ ΝΤΙΝΑΣ: (φωναχτά) Τι, θέλετε και σοκολάτα βγενουά;
ΤΑΚΗΣ: (φωναχτά) Όχι, άλλο λέγαμε.
(νευρικά) Μπάλες.
ΣΑΚΗΣ: Το λήμμα του Ριτζ το ξέρει κανείς;
ΦΩΝΗ ΝΤΙΝΑΣ: (φωναχτά) Ποιος είναι ο Ριτζ, αυτός που παίζει στη
Τόλμη και Γοητεία;
ΕΚΤΟΡΑΣ- ΤΑΚΗΣ- ΒΑΣΙΛΗΣ- ΣΑΚΗΣ: (φωνάζοντας ταυτόχρονα) Όχι.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Ντινάρα έρχεται κρατώντας ένα δίσκο με καφέδες που τους
ακουμπάει στο τραπέζι, εκεί που ο Έκτορας της κάνει χώρο.
ΣΑΚΗΣ: Η παρατήρηση Καραθεοδωρή;
ΝΤΙΝΑΡΑ: (απορημένη) Σας έκανε παρατήρηση ο μανάβης απέναντι;
ΤΑΚΗΣ: (χαμογελώντας) Δεν είπαμε Θοδωρή, Καραθεοδωρή είπαμε.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με ύφος απορημένο) Εγώ πηγαίνω επάνω.
(προχωρώντας προς την πόρτα) Καλό κουράγιο.
ΕΚΤΟΡΑΣ- ΒΑΣΙΛΗΣ-ΣΑΚΗΣ- ΤΑΚΗΣ: (ταυτόχρονα) Ευχαριστούμε.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (βγαίνοντας μονολογεί με απορία) Τι ταύτιση!
Το χουν πάρει ζεστά το θέμα.

ΣΚΗΝΗ 26
ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΚΟΥΖΙΝΑ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ - ΒΑΓΓΕΛΙΩ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Βαγγελιώ αλείβει μια φρυγανιά με μαρμελάδα, όρθια μπροστά
στον πάγκο της κουζίνας.
Φέρνει αργά τη φρυγανιά κοντά στο στόμα της με λαχτάρα.
Ενώ είναι έτοιμη να την δαγκώσει, ο Λάζαρος φορώντας κουστούμι και
κρατώντας χαρτοφύλακα εισβάλει αθόρυβα στην κουζίνα, ξαφνιάζοντας
την Βαγγελιώ που μένει ακίνητη με τη φρυγανιά μπροστά από το
ανοικτό στόμα της.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (καθώς κοντοστέκεται) Καλημέρα., πάω στο εργοστάσιο.
(γυρίζοντας να φύγει) Βλέπω κάνεις εξάσκηση από το πρωί στους
κοιλιακούς σου.
Η Βαγγελιώ έχει μείνει ακίνητη με τη φρυγανιά στο χέρι και το στόμα ανοικτό.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (κατεβάζοντας το χέρι με τη φρυγανιά και κλείνοντας το στόμα) Καλημέρα.
Χριστιανέ μου την εφοδεία παριστάνεις;
Ούτε στο παρασύνθημα δεν πρόλαβα να μπω.
Κάθεται σε μια καρέκλα και ατάραχη αρχίζει να τρώει τη φρυγανιά.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Εσύ έχεις ξεχάσει το σύνθημα, στο παρασύνθημα κόλλησες;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (τρώγοντας τώρα με απάθεια) Και ποιο είναι αυτό;
ΛΑΖΑΡΟΣ: «Χοντρός, το ‘ντρος’ πως γράφεται;»
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (με τουπέ) Όχι και χοντρή, αρμονικά ξεχειλωμένη.
Έχω χάσει και 5 κιλά από τη διατροφή του διαιτολόγου.
Αλλά εσύ μόνο τις δικές μου μπουκιές μετράς, δεν κοιτάς τι περιδρομιάζεις.
Έτσι μου έκανες και το Πάσχα που ένα αυγό πήγα να φάω, έστω Μεγάλη
Δευτέρα και έμεινα με το αυγό στο χέρι όταν μπήκες πάλι ξαφνικά.
Το ωραίο είναι που σε τσάκωσα Μεγάλη Παρασκευή να τρως
με τον μανάβη σύγκλινο.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Είχε περάσει ο Επιτάφιος και εξάλλου τα εισερχόμενα
δεν πειράζουν, τα εξερχόμενα να προσέχεις.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Τα εισερχόμενα τα δικά σου δεν πειράζουν.
Τα εισερχόμενα τα δικά μου είναι άλλο, ε;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (ξύνοντας το κεφάλι του) Ο Σάκης;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Έφυγε πριν από λίγο.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (γυρίζοντας πάλι να φύγει) Φεύγω να τον προλάβω.
(καθώς κοντοστέκεται πάλι) Θα πας να ψωνίσεις;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Ναι με την Ντινάρα, θες κάτι;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Ναι, θέλω μια ενυδατική κρέμα για το πρόσωπο και μια νυκτός.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Τη νυκτός γιατί;
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΛΑΖΑΡΟΣ: Έχει κρεμάσει το μαγουλάκι μου και θέλω να το τσιτώσω λίγο.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (ειρωνικά) Η στολή του πρόσκοπου είναι σιδερωμένη και κρεμασμένη στην ντουλάπα, μόνο που δε θα σου κάνει γιατί τη φόραγες
και το 1950.
Όσο για το δερματάκι σου παρά είναι τσιτωτό.
Αφού όταν κλείνεις τα μάτια σου ανοίγει ο ….
ΛΑΖΑΡΟΣ: (διακόπτοντάς την απότομα) Μη το πεις…

ΣΚΗΝΗ 27
ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΑΚΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΚΑΤΕΡΙΝΑ - ΣΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης στέκεται αλαφιασμένος στην ανοικτή πόρτα του γραφείου του ακουμπώντας το σώμα του σ’ αυτήν.
Μόλις που κάνει δύο βήματα προς τα μέσα, έρχεται πίσω του η Κατερίνα.
Εκείνος γυρίζει προς το μέρος της.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (απορημένη) Καλημέρα, προπόνηση στα 100 κάνουμε;
ΣΑΚΗΣ: (λαχανιασμένος) Εσύ πέρασες κανονικά;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (χαμογελαστά) Εμένα με αγαπάνε τα σκυλάκια.
ΣΑΚΗΣ: Δεινοσαυράκια θες να πεις.
(με παράπονο) Αυτά είναι ολόκληρα θηρία και απ’ ότι φαίνεται
εμένα ούτε οι σκύλοι μ’ αγαπάνε….
Κατευθύνεται στο γραφείο του, ενώ πίσω του η Κατερίνα ακολουθεί απορημένη.
Ο Σάκης κάθεται στο γραφείο του και η Κατερίνα μπροστά απ’ αυτό όρθια.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Έχω να μελετήσω τις προτάσεις του Καπάνταη,
θα είμαι στο γραφείο μου μέχρι της μια.
Μετά θα πάω στην τράπεζα για τις επιταγές του Σκορδόπουλου.

ΣΚΗΝΗ 28
ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ - ΣΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λάζαρος στέκεται μπροστά από το παράθυρο του γραφείου του κρατώντας ένα φλιτζάνι με καφέ και κοιτάζει την αυλή του εργοστασίου.
Γυρίζει το σώμα του προς το γραφείο παίρνοντας απορημένο ύφος.
Περπατάει αργά και στέκεται μπροστά από το γραφείο.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (μονολογώντας) Μπράβο ζήλος.
Τσακίζονται τα παιδιά στη δουλειά….
Από την ανοικτή πόρτα του γραφείου μπαίνει ο γιος του.
Τα μάτια του από κάτω έχουν μαύρους κύκλους, φαίνεται το ξενύχτι
επάνω του, αλλά είναι φρεσκοξυρισμένος και καλοντυμένος.
Στέκεται κοιτώντας τον πατέρα του που συνεχίζει να έχει το απορημένο
ύφος και κοιτάζει προς τα κάτω στρέφοντας την αριστερή του παλάμη.
ΣΑΚΗΣ: Καλημέρα….
Ο Λάζαρος ανασηκώνοντας το κεφάλι, βγαίνει απότομα από τις σκέψεις.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (ξαφνιασμένος) Πως και τόσο πρωί;
ΣΑΚΗΣ: Έχω πολύ δουλειά και πρέπει να τελειώνω.
Το μεσημέρι θα φύγω νωρίς, γιατί το βράδυ έχουμε ξενύχτι.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (απορημένος) Γιατί τρέχουν πανικόβλητοι οι εργάτες στην αυλή;
ΣΑΚΗΣ: (γελαστά) Ξέρεις τι έκανε ο Περικλής;
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λάζαρος σουφρώνοντας τα χείλη και γνέφοντας με το κεφάλι
του κινώντας το προς τα πάνω, ήταν σαν να του λέει όχι.
Κάποιοι εργάτες το κωλοβάραγαν.
Έβγαιναν στην αυλή για διάλειμμα και ξεχνούσαν να μπούνε μέσα.
Απ’ το ένα τμήμα στο άλλο πήγαιναν με το πάσο τους, αφού προλάβαιναν
και τσιγάρο να κάνουν.
Πήρε που λες ο δικός σου δύο ντόμπερμαν και τα αμόλησε ελεύθερα.
Τα ’χει εκεί μόνιμα και όποιος βγει στην αυλή πρέπει να τρέχει σαν
τον Κεντέρη για να γλιτώσει.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Α τον κερατά, έχει μυαλό τελικά.
Για φώναξέ μου τον.

ΣΚΗΝΗ 29
ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΣΟΥΛΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης στέκεται μπροστά από τον καθρέφτη και κοιτάζει το στομάχι του.
Γυρνώντας εναλλάξ μπροστά και πλάγια, παίρνει μια έκφραση απογοήτευσης.
Η Σούλα έρχεται από την κουζίνα και στέκεται δίπλα του κοιτώντας τον χαμογελαστή, αλλά και αμίλητη.
ΤΑΚΗΣ: (σοβαρά) Μέχρι το καλοκαίρι θα γίνω φέτες.
(ειρωνικά δείχνοντας το στομάχι του) Φέτα Μυτιλήνης εδώ,
(δείχνοντας την κοιλιά του από τα πλάγια) Φέτα Δωδώνης εδώ.
Κονιόρδος θα γίνω.
ΣΟΥΛΑ: (χαμογελαστή) Ετοιμάζεσαι από τώρα για την παραλία;
Ο Τάκης την κοιτάζει με τουπέ και κατόπιν αφοσιώνεται συνεχώς στον καθρέφτη χωρίς ν’ απαντήσει.
Ξέρεις έχει μπρατσάκια και για την κοιλιά, θα κρύψεις έτσι και την εγκυμοσύνη σου.
ΤΑΚΗΣ: (θυμωμένα) Μπάλες.
(με τουπέ δείχνοντας το στομάχι) Εξάλλου αυτό είναι ύψος,
(δείχνοντας τη μύτη του) τονίζει και την Γαλλική μου μύτη.
Η Σούλα ξεροκαταπίνει γελώντας ταυτόχρονα.
(νευριασμένα και με τουπέ) Εντάξει, από τη νότια Γαλλία.

ΣΚΗΝΗ 30
ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ - ΠΕΡΙΚΛΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Στο γραφείο του Λάζαρου εκείνος είναι σκυμμένος πάνω από
πολλά χαρτιά, κρατώντας ένα στυλό και φορώντας τα γυαλιά του.
ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΚΤΥΠΗΜΑ ΠΟΡΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Ναι.
Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Περικλής.
Στέκεται μπροστά από το γραφείο του Λάζαρου κρατώντας με
το δεξί χέρι το πρησμένο μάγουλό του.
Ο Λάζαρος ανασηκώνει το κεφάλι του και τον κοιτάζει.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Τι είναι αφεντικό;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (απορημένος) Τι έπαθες;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με έκφραση πόνου) Πρήστηκε το δόντι μου.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Πήγες στον κτηνίατρο;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Πονάει πολύ αφεντικό.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (αγριεμένα) Θα δεις εσύ πόνο άμα δαγκώσουν
κανέναν άνθρωπο τα κοπρόσκυλά σου.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Δεν είναι κοπρόσκυλα αφεντικό, είναι ντόμπερμαν.
Μου τα χάρισε μια θείτσα που γνώρισα στο μπαρ.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (ειρωνικά) Στα χάρισε;
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με τουπέ) Ναι… μετά τη γνωριμία μας - είχαν μεσολαβήσει
και κάτι ουϊσκάκια - με παρέσυρε στο κρεβάτι και εκεί έχασε το φως της.
Αφού πήγε να με δέσει για να μη φύγω.
Μου λέει: «πάρε τους σκύλους, πάρε εμένα, πάρε ότι θες».
Εγώ πήρα τους σκύλους και έφυγα.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (δείχνοντάς τον με το χέρι ειρωνικά) Ο ροκαβλόν.
Και τους σκύλους τους έφερες στο εργοστάσιο;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ; Ούτως ή άλλως αφεντικό εδώ κοιμάμαι μέχρι να βρω σπίτι.
Που να τους πάω, στο χάνι της Γραβιάς;
Τα σκυλιά φυλάνε το εργοστάσιο, μαζεύουν και τους λουφαδόρους.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (αγριεμένα) Πρόσεχε καημένε μου μη δαγκώσουν κανέναν
γιατί τότε θα πάρω εγώ εσένα.
Άντε πήγαινε τώρα.

ΣΚΗΝΗ 31
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΑΚΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΚΑΤΕΡΙΝΑ - ΣΑΚΗΣ - ΠΕΡΙΚΛΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης στο γραφείο του έχει πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα.
Η πόρτα του γραφείου είναι ανοικτή, όταν απ’ αυτήν εισβάλει βιαστικά
η Κατερίνα κρατώντας ένα φάκελο και στέκεται μπροστά του.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (χαμογελαστή) Όλα εντάξει στη τράπεζα.
Έχω 2 συμβόλαια να μελετήσω και κατά τις 4 θα φύγω, θέλεις τίποτα;
ΣΑΚΗΣ: (με ύφος προβληματισμένο) Όχι ευχαριστώ….
Η Κατερίνα γυρίζει να φύγει και καθώς βγαίνει απ’ το γραφείο
ακούγεται ήχος κλίσης από το κινητό της. ΗΧΟΣ ΚΙΝΗΤΟΥ
Ο Σάκης περπατώντας στις μύτες, στέκεται πίσω από την πόρτα
για να κρυφακούσει.
ΦΩΝΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ: (γλυκά) Καλά είμαι, εσύ; ΠΑΥΣΗ…
Σίγουρα; ΠΑΥΣΗ…
Ωραία τα λέμε….
Ο Σάκης πηγαίνει γρήγορα προς το γραφείο περπατώντας στις μύτες,
όταν πίσω του ακούει μια φωνή.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (φαίνεται μόνο το κεφάλι από την πόρτα του γραφείου)
Αφεντικό.
ΣΑΚΗΣ: (ξαφνιασμένος γυρίζοντας προς την πόρτα) Πανάθεμά σε,
με κοψοχόλιασες καρπάθουλα.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (παραμένοντας ο μισός έξω και ο άλλος μισός μέσα)
Έχω γατήσιο περπάτημα αφεντικό και δεν ακούγομαι.
ΣΑΚΗΣ: Έλα μέσα.
Ο Περικλής προχωράει κάνοντας 3 βήματα και στέκεται ακίνητος
μπροστά στον Σάκη.
ΣΑΚΗΣ: (νευρικά) Τι θέλεις;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με χαμηλή φωνή και ντροπαλά) Να ο επιστάτης
ο χοντρός, ξέρεις ο τσιμήσκουλας, μου είπε ότι θέλουν οι εργάτες
κάθε μέρα ένα τεταρτάκι για να κάνουν κάνα τσιγάρο, να τους αφήσω;
ΣΑΚΗΣ: (βαρυγκωμώντας) Άφησέ τους.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (ξεθαρρεύοντας) Θα μου φέρουν και κόκαλα για τους σκύλους.

ΣΚΗΝΗ 32
ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΥ- ΜΠΑΡ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΤΑΚΗΣ - ΒΑΣΙΛΗΣ - ΕΚΤΟΡΑΣ - ΘΑΜΩΝΕΣ (ΚΟΜΠΑΡΣΟΙ)]
ΜΟΥΣΙΚΗ (του μαγαζιού σε όλη τη διάρκεια της σκηνής)…
Οι 4 τώρα φίλοι, ο ένας μέσα στη μπάρα και οι άλλοι απ’ έξω,
καθισμένοι σε ψηλά σκαμπό δίπλα δίπλα, κοιτούν το μαγαζί όσο ο
Βασίλης τους ετοιμάζει τα ποτά που ζήτησαν.
ΤΑΚΗΣ: (κοιτώντας τον Βασίλη) Συμπαθητικό το μαγαζί.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Και εγώ έτσι είπα όταν το είδα.
ΣΑΚΗΣ: Έκτορα, εσύ που συχνάζεις;
ΕΚΤΟΡΑΣ: Εκεί κυρίως που δουλεύει ο Βασίλης.
ΣΑΚΗΣ: (κοιτώντας τον Βασίλη) Θα δουλεύεις κάθε βράδυ;
ΒΑΣΙΛΗΣ: (σερβίροντάς τους τα ποτά) Έχω δύο ρεπό την εβδομάδα,
κυρίως τις καθημερινές.
ΕΚΤΟΡΑΣ: (σηκώνει το ποτήρι του και εύχεται) Άντε στην υγειά μας.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Και καλό πτυχίο.
Τσουγκρίζουν και μετά πίνουν από λίγο.
(δείχνοντας τον Σάκη που φαίνεται αφηρημένος με το βλέμμα του απλανές)
Ρε σεις τι έχει πάθει αυτός;
Ο Σάκης συνεχίζει.
Κατόπιν σηκώνεται και πηγαίνει προς την τουαλέτα αναστενάζοντας.
ΤΑΚΗΣ: Κόλλησε με την καινούργια δικηγόρο στο εργοστάσιο.
Ήρθε σπίτι το απόγευμα και μου τα έπρηξε.
(κοιτάζοντας τριγύρω) Κεραυνοβόλος.
Μόλις την είδε σήμερα στο γραφείο, άρχισε να επικαλείται το θεό.
«Την έστειλε ο θεός για να βρει το άλλο της μισό», μου είπε.
Να’ σαι εσύ το άλλο της μισό; του λέω.
«Φυστικά», μου λέει.
Απ’ ότι κατάλαβα είναι φεμινοκουλτουριάρα και απ’ τα λεγόμενά του
ψάχνει έναν ίδιο της.
Να’ χει πτυχίο, γνώσεις, κύρος και δε τη νοιάζουν τα λεφτά
ΒΑΣΙΛΗΣ: Ας πάρει το πτυχίο τώρα που το πήρε απόφαση και αν δεν ταιριάξουνε ότι και να λέμε εμείς δε γίνεται τίποτα.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Τουλάχιστον να του μείνει το πτυχίο.

ΣΚΗΝΗ 33
ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΥ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΟΥΛΑ - ΝΤΙΝΑΡΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
H Σούλα σηκώνεται καθιστή στο κρεβάτι, μούσκεμα στον ιδρώτα,
βγάζοντας κατά τη διάρκεια της κίνησης μια κραυγή.
ΣΟΥΛΑ: Όχιιιι…
Ξυπνάει και κοιτάζει αριστερά δεξιά μέχρι να καταλάβει που βρίσκεται.
Λίγο μετά μπαίνει χωρίς να κτυπήσει η Ντινάρα.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (τρομαγμένη) Τι έπαθες παιδί μου;
Κάθεται δίπλα της πάνω στο κρεβάτι, ενώ παίρνοντας ένα
χαρτομάντιλο από το κομοδίνο, της σκουπίζει το μέτωπο.
ΣΟΥΛΑ: (με ανακούφιση που ξύπνησε) Ωχ, τι όνειρο ήταν αυτό;
ΝΤΙΝΑΡΑ: Τι είδες:
ΣΟΥΛΑ: Ήταν σκοτάδι και ο Τάκης στεκόταν ανάμεσα από δύο
άντρες που ο ένας του κόλλησε ένα πιστόλι στη μύτη.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Πυροβόλησε;
ΣΟΥΛΑ: Δεν πρόλαβα να δω γιατί ξύπνησα.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (γελαστά) Κρίμα θα γλιτώναμε και τη πλαστική.
Η Σούλα την κοιτάζει άγρια.
Έλα πλάκα κάνω.
Αφού δεν είδες πυροβολισμό δεν θα γίνει κάτι σημαντικό.
Ίσως κάτι κακό πάει να γίνει αλλά δεν θα προλάβει.
Κοιμήσου τώρα, όπου ναναι θα έρθει.

ΣΚΗΝΗ 34
ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΥ- ΜΠΑΡ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ – ΕΚΤΟΡΑΣ – ΣΑΚΗΣ – ΤΑΚΗΣ -ΜΠΑΡΜΠΑΣ- ΚΟΠΕΛΙΑ ΠΟΥ ΧΟΡΕΥΕΙ (ΚΟΜΠΑΡΣΟΣ) –
ΘΑΜΩΝΕΣ (ΚΟΜΠΑΡΣΟΙ)]
ΜΟΥΣΙΚΗ (του μαγαζιού σε όλη τη διάρκεια της σκηνής)….
Η επίδραση του αλκοόλ στα πρόσωπα των Τάκη και Σάκη είναι εμφανής.
ΤΑΚΗΣ: (κοιτώντας τον Σάκη) Δίκιο δεν έχω τελικά;
ΣΑΚΗΣ: (με διάθεση) Θα το πάρω το κωλόχαρτο τώρα που έχουμε άκριες.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Σφηνάκια.
Αφήνει μπροστά στον καθένα από ένα σφηνάκι.
ΤΑΚΗΣ - ΒΑΣΙΛΗΣ - ΣΑΚΗΣ - ΕΚΤΟΡΑΣ: (τσουγκρίζοντας και ταυτόχρονα με μια φωνή) Γεια μας.
Καθώς τα πίνουν η κάμερα εστιάζει στον Μπάρμπα που έρχεται
και κάθεται κοντά τους.
Είναι καλοντυμένος αλλά ελαφρά πιωμένος.
Ο Έκτορας ζητάει από τον Βασίλη δείχνοντας 4 και 1 δάκτυλα και
κατόπιν τον τύπο, άλλη μια γύρα σφηνάκια.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (κοιτώντας τον Μπάρμπα) Τι σφηνάκι πίνετε;
(δείχνοντας τον Έκτορα) Κερνάει ο φίλος μου.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Τζακ.
Ο Βασίλης βάζει πάνω στην μπάρα 5 ποτήρια, τα γεμίζει και τα σερβίρει.
Τσουγκρίζουν και στρέφονται προς τον Μπάρμπα με σηκωμένα
τα ποτήρια, σαν να του λένε στην υγειά του.
Το ίδιο κάνει και εκείνος.
Τα πίνουν άσπρο πάτο παίρνοντας σχεδόν όλοι την έκφραση της ξινίλας.
Μια κοπελιά ανεβαίνει πάνω στη μπάρα μπροστά τους και τους αφήνει με
το στόμα ανοιχτό από τα κουνήματα και το γυμνό σχεδόν ντύσιμό της.
Όλοι ακόμα και ο Μπάρμπας την κοιτούν βαρώντας παλαμάκια.
Ο Έκτορας δεν καταλαβαίνει ότι από το κάτω μέρος του πουκαμίσου πέφτει
το μενταγιόν που φοράει, κάτι που βλέπει όμως ο Μπάρμπας και με επιδέξιο τρόπο το παίρνει βάζοντάς το στη τσέπη του
Στο τέλος του χορού ο Τάκης σκύβει και ρωτάει τον Βασίλη.
ΤΑΚΗΣ: (τύφλα) Τι ώρα είναι; χικ.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Τρεις η ώρα, γιατί θα φύγετε;
ΤΑΚΗΣ: (με φωνή σπινιαριστή) Πρέπει να την κάνουμε, χικ.
Ο Τάκης με τον Σάκη σηκώνονται όρθιοι, παίρνουν τα σακάκια τους,
τα φοράνε, χαιρετούν τον Έκτορα και τον Βασίλη κουνώντας το χέρι
και γυρίζοντας να φύγουν:
ΒΑΣΙΛΗΣ: (φέρνοντας το δεξί χέρι στο στήθος) Ευχαριστώ που ήρθατε.
Εγώ με τον Έκτορα θα φύγουμε στο κλείσιμο.
Στο καλό και να προσέχετε.
ΤΑΚΗΣ- ΣΑΚΗΣ: (ταυτόχρονα καθώς αποχωρούν) Καλημέρα, χικ.

ΣΚΗΝΗ 35
ΤΡΙΤΗ ΣΧΕΔΟΝ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ - ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΜΠΑΡ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΤΑΚΗΣ - 2 ΛΗΣΤΕΣ (ΗΘΟΠΟΙΟΙ)]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης με τον Τάκη διασχίζουν τη πλατεία.
Είναι και οι δύο σε κατάσταση προχωρημένης μέθης.
Τραγουδάνε κάπως σιγά, ενώ φαίνεται από τα βήματά τους ότι μόλις
που μπορούν να σταθούν όρθιοι.
Εκεί σ’ ένα μικρό δρομάκι ανάμεσα στα δέντρα εμφανίζεται
μπροστά τους ένας τύπος, ενώ πίσω, τους κλείνει ένας δεύτερος.
Οι δύο φίλοι σταματούν κοιτώντας μπροστά και πίσω τους ξαφνιασμένοι.
ΜΟΥΣΙΚΗ….
Ο Σάκης με τον Τάκη βρίσκονται στη μέση 2 ληστών που τους έχουν πλησιάσει επικίνδυνα.
ΛΗΣΤΗΣ 1: (τραβώντας και προτείνοντας πιστόλι, το ίδιο και ο Ληστής 2)
Τα λεφτά σας και γρήγορα….
Οι δύο φίλοι κοκαλώνουν και μένουν ακίνητοι χωρίς να έχουν
συνειδητοποιήσει τι γίνεται.
Ο Τάκης στρέφει το κεφάλι πίσω του και βλέπει το δεύτερο ληστή
να κινείται προς το μέρος τους με το πιστόλι στο χέρι.
Τότε ακούγεται η φωνή του Έκτορα που έρχεται τρέχοντας για να
τους προλάβει.
ΦΩΝΗ ΕΚΤΟΡΑ: (φωνάζοντας δυνατά) Τα κλειδιά σας παιδιά.
(πλησιάζοντας και βλέποντας τους ληστές με τα πιστόλια στο χέρι)
Τι γίνεται εδώ;
Οι δύο ληστές μόλις βλέπουν τον Έκτορα λες και είδαν φάντασμα.
Μετά από μια έκφραση φόβου φανερή στο πρόσωπό τους, παρά το λιγοστό φως, ακολούθησε μια άτακτη φυγή, με αυτούς να τρέχουν πανικόβλητοι.
(πλησιάζοντας γρήγορα στους δύο φίλους του) Σας τη πέσανε ρε παιδιά;
ΤΑΚΗΣ: (με τρομαγμένο ύφος) Έτσι όπως είμαστε ούτε να μας κλέψουνε
δε θέλουνε, χικ.
Είναι να μας κλαίνε οι ρέγκες.
ΣΑΚΗΣ: (με φοβισμένο και απορημένο ύφος) Πως αυτοί έφυγαν έτσι;
Χικ, τι έγινε άραγε;
ΕΚΤΟΡΑΣ: Πάρτε τώρα τα κλειδιά και δρόμο για το σπίτι.

ΣΚΗΝΗ 36
ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΩΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ - ΣΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λάζαρος στέκεται μπροστά στο παράθυρο και γελάει.
Από την ανοικτή πόρτα μπαίνει ο Σάκης και κοντοστέκεται.
Έχει μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια, αλλά είναι φρεσκοξυρισμένος
και καλοντυμένος.
ΣΑΚΗΣ: Γιατί γελάς;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (γυρίζοντας προς το μέρος του Σάκη) Ο Περικλής έχει
απλώσει πίσω από το σπιτάκι 4 μποξεράκια.
Ένα με τον Τουίτη, ένα με τον Ηρακλή και δύο με τον θρυλέοντα.
Τι ετοιμάζει πάλι;
Δεν μου τον φωνάζεις να δω τι θα μου πει.
Παρεμπιπτόντως πήρα τον Διοικητή του τμήματος που δώσατε κατάθεση
το πρωί.
Είναι φίλος και μου είπε ότι θα εντείνει τις περιπολίες γύρω από την πλατεία.
Αλήθεια δεν φοβήθηκες;
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελώντας) Όχι γιατί είχα το αλεξίσφαιρο.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (με απορία) Ποιο αλεξίσφαιρο;
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελώντας) Τη μύτη του Τάκη.

ΣΚΗΝΗ 37
ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΩΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ – ΝΤΙΝΑΡΑ – ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης κάθεται στο τραπέζι φρεσκοξυρισμένος αλλά με μαύρους κύκλους
στα μάτια, φορώντας κουστούμι με γραβάτα, χωρίς όμως να έχει  διάθεση.
Η Ντινάρα έρχεται με αργά βήματα από την κουζίνα, κρατώντας δυο κούπες
με καφέ και κάθεται στο τραπέζι, απέναντί του.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (αφού πίνει μια γουλιά) Αφού παιδάκι μου δε σας πιστολίσανε,
άγιο είχατε.
(κοιτώντας τη μύτη του Τάκη) Σίγουρα δε σου ήρθε καμιά ξόφαλτση;
ΤΑΚΗΣ: (με απορία) Γιατί κοιτάς τη μύτη μου;
(πιάνοντάς την) Έχει τίποτα περίεργο;
ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ: Χα, χα.
ΝΤΙΝΑΡΑ – ΤΑΚΗΣ: (ταυτόχρονα) Σκάσε κτήνος.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με δυσκολία κρατιέται μη γελάσει) Είδε ένα όνειρο η Σούλα.
ΤΑΚΗΣ: (αφού πίνει μια γουλιά και με τουπέ) Ναι μου το είπε.
Τώρα τη μύτη μου τη βλέπει και στον ύπνο της.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Πως τα βλέπεις με τις διαφημίσεις;
Θα τους αρέσουν;
ΤΑΚΗΣ: Ελπίζω, και αν είναι καλά τα νέα θα πάω μετά στο εργοστάσιο
να δω τον Σάκη.
(ξινίζοντας τη μούρη του) Σα φράπα γίνεται όταν ξενυχτάει.
(με τουπέ και αδελφίστικα) Θα δω κι αυτήν.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Είναι τόσο ψηλή όσο λέει ο Σάκης;
ΤΑΚΗΣ: (με τουπέ) Δίχαλο είναι.
(καθώς σηκώνεται) Πρέπει να φύγω, άργησα.
ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ: Ουστ, ουστ…
ΤΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Άμα σε βγάλω στο κρύο χωρίς γραβάτα,
τι θα βρεις να δαγκώσεις σκατόπουλο;

ΣΚΗΝΗ 38
ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΩΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ - ΠΕΡΙΚΛΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Περικλής στέκεται όρθιος μπροστά στον Λάζαρο που κάθεται στο γραφείο.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Με θέλεις τίποτα αφεντικό;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (με δυσκολία προσπαθεί να κρατήσει τα γέλια του) Τίποτα σημαντικό, απλά να σε ρωτήσω τι είναι εκείνα τα κρεμασμένα σώβρακα;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (σοβαρός) Από το πρωί που σηκώθηκα κάνω γενική.
Περιμένω γυναίκα το βράδυ για αυτό σκούπισα, σφουγγάρισα,
έπλυνα τα ρούχα και τους σκύλους.
Έκανα και κάτι ψώνια, σαμπάνια, χαβιάρι, κεράκια, προφυλακτικά.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (απορημένος) Τι προφυλακτικά;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (σοβαρά) Μάλλινα, από τη Σιβηρία με σήμα τον τάρανδο.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (ειρωνικά) Μπα, γιατί έχει υποθερμία η ξερή σου;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με άνεση) Όχι, αλλά έναν τον έχω γι αυτό τον προσέχω
σαν τα μάτια μου.

ΣΚΗΝΗ 39
ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΩΙ – ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΤΑΚΗ - ΔΡΟΜΟΣ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ – ΣΟΥΛΑ – ΒΑΓΓΕΛΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ακολουθεί ΕΝΑΛΛΑΞ ΠΡΟΒΟΛΗ της τηλεφωνικής συνομιλίας του Τάκη από το αυτοκίνητό του που μιλάει μέσω ανοικτής ακρόασης και της Σούλας που βρίσκεται στο δρόμο μπροστά από τη βιτρίνα ενός καταστήματος.
ΤΑΚΗΣ: (με χαρά) Έλα κοκόνα μου, που είσαι;
ΣΟΥΛΑ: Κοιτάζω κάτι παπούτσια σε μια βιτρίνα.
ΤΑΚΗΣ: Έχει και μπότες;
ΣΟΥΛΑ: (με απορία) Έχει, γιατί ρωτάς;
ΤΑΚΗΣ: Έμπα μέσα ζαργάνα μου και διάλεξε τις καλύτερες.
Σε θέλω σαν το Ρίγκο.
ΣΟΥΛΑ: (χαμογελώντας) Έγιναν δεκτές οι προτάσεις σου;
ΤΑΚΗΣ: Τους εντυπωσίασα και πήρα άλλη τόση δουλειά.
Τον βγάλαμε το χρόνο κυρά Σούλα.
Γι αυτό ψώνισε ρούχα, παπούτσια, (χαμογελώντας πονηρά) και στρινγκάκια  πολλά για να μπορώ
να τα σκίζω.
Πάρε και ένα καλό φόρεμα για το Σάββατο που θα βγούμε, όχι κοντό.
ΣΟΥΛΑ: (ειρωνικά) Να πάρω μήπως και κανένα ράσο.
Σε λίγο καιρό ούτε σλίπινγκ μπάγκ δεν θα μου κάνει.
(κοιτώντας μέσα από τη βιτρίνα με σοβαρό ύφος) Νάτος πάλι αυτός.
ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΑΝΟΥ (ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ / ΜΑΓΑΖΙ)
Η κάμερα δείχνει τον Βαγγέλη να κοιτάζει μια βιτρίνα με ρούχα
στο απέναντι πεζοδρόμιο.
ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΑΝΟΥ
Η κάμερα επιστρέφει στις ΕΝΑΛΛΑΞ ΠΡΟΒΟΛΕΣ.
ΤΑΚΗΣ: (με απορία) Τι έγινε;
Για ποιόν μιλάς;
ΣΟΥΛΑ: Για το γείτονα.
Αυτόν με τη βιόλα του.
Από το πρωί που πήγα τα παιδιά σχολείο, τον είδα 3 φορές.
ΤΑΚΗΣ: Τον είδαμε και όταν γυρίζαμε από το μπαρ με τον Σάκη.
Είχε τραβήξει τις κουρτίνες και δώστου το βιολί του.
Τούρλα τα παραθυρόφυλλα, λες και ήθελε να δώσει συναυλία.
Πως δε μας ζήτησε να πληρώσουμε και εισιτήριο;
Σε λίγο θα φτάσω στον Σάκη, θέλεις τίποτα να κάνω πριν;
ΣΟΥΛΑ: Να δεις τη δικηγόρο και να μου πεις εντυπώσεις.
(με ρομαντικό ύφος) Ένας έρωτας γεννιέται.
Αχ!...
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΤΑΚΗΣ: (με ειρωνικό ύφος) Αχ!...
Θα το υποπτευθεί ότι ερωτεύθηκε ο ηλίθιος;
Ή θα πρέπει να του το υπενθυμίζουμε συνέχεια για να το εμπεδώσει.
Εδώ ανέκδοτο του λες και γελάει την επόμενη μέρα. που το καταλαβαίνει.
(αδελφίστικα) Κλείνω τώρα, με σύγχυσες πάλι…

ΣΚΗΝΗ 40
ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΑΚΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΤΑΚΗΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Στο μικρό καναπεδάκι που μπροστά έχει δυο πολυθρόνες και ένα τραπεζάκι κάθονται και γελούν, χωρίς εμείς να τους ακούμε, ο Τάκης και ο Σάκης.
ΤΑΚΗΣ: Όπως είπαμε για το Σάββατο.
Άμα θες πες το και στην Κατερίνα να έρθει.
ΣΑΚΗΣ: (διστακτικά) Πώς να το πω και αν δε θέλει;
Άστο πάμε μόνοι μας.
ΤΑΚΗΣ: Το Σάββατο νωρίς για να προλάβει ο Βασίλης να πάει στη δουλειά.
Μετά πάμε και από το μπαρ.
Η Κατερίνα προβάλλει από την ανοικτή πόρτα του γραφείου
με το κεφάλι σκυφτό περπατώντας αργά και κοιτώντας κάποια χαρτιά.
ΣΑΚΗΣ: (εύθυμος) Τελείωσες κιόλας;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (σηκώνοντας το κεφάλι της καθώς βαδίζει) Ναι.
ΣΑΚΗΣ: (δείχνοντας με το χέρι τον Τάκη) Από εδώ ο Τάκης.
(δείχνοντας την Κατερίνα στον Τάκη) Η Κατερίνα.
ΤΑΚΗΣ: (κουνώντας το κεφάλι χαμογελαστός) Χάρηκα.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (ευγενικά) Και εγώ.
(σοβαρά και κοιτώντας κάποια έγγραφα, που τα αφήνει στο γραφείο)
Αυτά θέλουν υπογραφές.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (κοιτώντας τον Σάκη) Πηγαίνω στο γραφείο μου.
(κοιτώντας τον Τάκη χαμογελαστά) Χάρηκα και πάλι.
Ο Τάκης ανταποδίδει μ’ ένα γνέψιμο του κεφαλιού προς τα κάτω.
ΤΑΚΗΣ: (έκθαμβος) Αυτή η γυναίκα Σάκη μπορεί να σε κάνει να
μάθεις κινέζικα σε 2 μέρες.
ΣΑΚΗΣ: (με χαρά) Τι λες σου αρέσει;
ΤΑΚΗΣ: (με έντονο ύφος) Χάρμα οφθαλμών, αν και δε φθάνουν 2
για να την δεις.
(με θαυμασμό) Τι πόδι είναι αυτό;
ΣΑΚΗΣ: (δείχνοντας δυο δάκτυλα) Δύο έχει και φαντάζεσαι όταν
τα ξυρίζει πόσα χιλιόμετρα κάνει το χέρι της;
ΤΑΚΗΣ: Καημένε μου αν έρχεσαι δεύτερος, είσαι άτυχος.
Προσπάθησε να μάθεις.
Μη την αφήσεις σε χλωρό κλαδί.
Πολιόρκησέ την.
(με ένταση) Χτύπα τη ρε, τι κυνηγός είσαι;
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΣΑΚΗΣ: (σηκώνεται με σιγουριά, κοιτάζει την πόρτα και αφήνοντας
ένα επιφώνημα πόθου) Αχ!….
Πάω να της προτείνω να έρθει το Σάββατο, δεν θα αργήσω.
Ο Τάκης τον κοιτάζει γελαστός, ενώ παραμένει καθιστός στην καρέκλα του.

ΣΚΗΝΗ 41
ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ /
                                           ΓΡΑΦΕΙΟ  ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΑΚΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΚΑΤΕΡΙΝΑ - ΣΑΚΗΣ - ΤΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης στέκεται όρθιος μπροστά στην ανοικτή πόρτα του γραφείου της Κατερίνας και την κοιτάζει διστακτικά.
Η Κατερίνα σηκώνεται από την καρέκλα και πλησιάζει τον Σάκη.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (απορημένη) Ξέχασα τίποτε;
ΣΑΚΗΣ: (κομπιάζοντας) Όχι για άλλο λόγο ήρθα…
Ξέρεις το Σάββατο θα πάμε σε μια ταβερνούλα, φίλοι μεταξύ μας.
(δείχνοντας προς το γραφείο του) Θα είναι και ο Τάκης με τη γυναίκα του.
(διστακτικά) Έλεγα μήπως ήθελες να έρθεις;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (χαμογελαστή) Αυτό είναι;
Θα το ήθελα πολύ, μόνο μη συμβεί όμως κάτι απρόοπτο, αλλά και πάλι θα
συνεννοηθούμε μέχρι τότε.
Ο Σάκης φεύγει πετώντας από χαρά.
ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΑΝΟΥ (ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΑΚΗ)
Ο Σάκης μπαίνει στο γραφείο του μ’ ένα μεγάλο χαμόγελο και στέκεται μπροστά στον Τάκη που καθιστός τον κοιτάζει με περιέργεια.
ΤΑΚΗΣ: (ειρωνικά) Καλώς την Τζοκόντα.
Τι έγινε;
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελαστά και με ένταση) Μου είπε ναι.
ΤΑΚΗΣ: (καθώς σηκώνεται απότομα και δίνοντάς του το χέρι
με χαρά, ο Σάκης ανταποκρίνεται) Τελείωσε, γουστάρει.
Συγχαρητήρια, ετοίμασε τη προίκα σου.
ΣΑΚΗΣ: (σκεφτικός) Κάτσε ρε Τάκη και αν έχει κανέναν άλλο;
ΤΑΚΗΣ: Και γιατί σου είπε ναι;
Λες να παίζει σε διπλό ταμπλό;
Προς το παρόν ο δρόμος είναι ανοικτός και τα σκυλιά δεμένα.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
(με ύφος απορίας) Τώρα που είπα σκυλιά, όταν ήρθα, στην
είσοδο του εργοστασίου είδα ένα ντόμπερμαν να έχει στο
στόμα του ένα μποξεράκι με τον Τουίτη επάνω.
Τι είναι αυτό;
ΣΑΚΗΣ: (φοβισμένα) Ωχ, είναι ο σκύλος του θυρωρού.
Τώρα τρώει και μποξεράκια;
Προχτές πήγε να φάει εμένα και χτες το ποδήλατο ενός εργάτη.

ΣΚΗΝΗ 42
ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΑΥΛΗ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΣΚΥΛΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Στην αυλή του εργοστασίου ο Περικλής έξαλλος, κρατώντας μια
σκούπα στο χέρι κυνηγάει τον Λέοντα που έχοντας το μποξεράκι με
τον Τουίτη στο στόμα, τρέχει μπροστά του.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (νευριασμένος) Στάσου ρε προδότη, ζηλιάρη…
Στάσου ρε άμα είσαι σκύλος…
Ο σκύλος με το σώβρακο στο στόμα συνεχίζει να τρέχει.
(τρέχοντας και ταυτόχρονα φωνάζοντας δυνατά) Ρε ξεφτίλα,
το σώβρακό μου έφαγες;
Δε σου φτάνανε 15 μπανάνες απ’ το πρωί που σαβούρωσες;
Θα βγάλει ο κώλος σου γιαούρτι ρε….
Σταματάει λαχανιασμένος.
Που θα μου πας, από αύριο ψαρόσουπα θα τρως.
Άμα δε σε κάνω εγώ να νιαουρίζεις, να μη με λένε Περικλή….

ΣΚΗΝΗ 43
ΤΕΤΑΡΤΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ – ΝΤΙΝΑ – ΣΟΥΛΑ – ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης φορώντας πυτζάμες και με ανακατεμένα τα μαλλιά, είναι καθισμένος στον καναπέ με την Ντίνα, το κεφάλι της οποίας ακουμπάει στον ώμο του,
και βλέπουν τηλεόραση .
Από το πρόσωπο της Ντίνας φαίνεται η κούραση του διαβάσματος.
ΤΑΚΗΣ: Τα τελείωσες όλα Ντιναράκι μου;
Και τις ασκήσεις που σου έβαλα;
ΝΤΙΝΑ: (με θυμωμένο ύφος) Ντίνα σκέτο και ναι.
ΤΑΚΗΣ: (με απορία) Καλά πότε πρόλαβες;
ΝΤΙΝΑ: Από την ώρα που σχόλασα μόνο που έφαγα, και όση ώρα εσύ στον
ύπνο σου μετρούσες καπάκια εγώ διάβαζα.
Αλήθεια τι ήπιες;
ΤΑΚΗΣ: Μπύρες με τον κρύο, και νυστάζω ακόμα.
ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ: Τυρί, τυρί, τυρί, τυρί…
ΤΑΚΗΣ: (φωνάζοντας προς τη Σούλα που είναι στην κουζίνα)
Σούλα το πουλί σου ή γκαστρώθηκε και του μυρίζει τυρί ή αλτσχάϊμερ
έχει γιατί κόλλησε η βελόνα του.
ΝΤΙΝΑ: Τον ταΐσατε ή το ξεχάσατε;
ΤΑΚΗΣ: (προσπαθώντας να θυμηθεί) Να σου πω…
Απ’ ότι θυμάμαι χτες του έδωσα λίγη γαρδούμπα.
Η Σούλα έρχεται τρέχοντας από την κουζίνα και στέκεται μπροστά
στο κλουβί κοιτώντας τον Τάκη.
ΣΟΥΛΑ: Τι του έδωσες;
ΤΑΚΗΣ: Ήταν λίγη, εντάξει, αλλά του έδωσα και πολύ τζατζίκι, δεν θα χόρτασε πια;    
ΣΟΥΛΑ: (με άγριο ύφος) Γι αυτό σκυλοβρώμαγε το κλουβί σκορδίλα;
ΤΑΚΗΣ: Μην είσαι κακιά.
Του έδωσα και κόκα κόλα να χωνέψει.
ΣΟΥΛΑ: (με άγριο ύφος) Κόκα κόλα στο πουλί;
Τρελός είσαι;
ΤΑΚΗΣ: Δε φταίω εγώ που ρευότανε, θα είχε στομαχόπονο.
ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ: Αυτός, αυτός…
ΤΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Εγώ φταίω άτιμο πουλί.
Άθλιο υποκείμενο, τιποτένιε.
Άμα σου ξαναδώσω εγώ γαρδούμπα να με φτύσεις.
Γι αυτό και ο θεός σας τιμώρησε ρουφιανόπουλα και δε σας έδωσε δάκτυλα για να μουντζώνετε.
(καθώς σηκώνεται με ειρωνικό ύφος και βαδίζοντας αργά προς την κρεβατοκάμαρα ρίχνοντας μια μούντζα στον παπαγάλο) Πάρε αυτά για αρχή.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
(με ύφος απαξίωσης προς τον παπαγάλο) Θα κατέβω στον Βασίλη για καφέ.
ΣΟΥΛΑ: (με στοργή) Τι σου λέει ο κακός καλό μου πουλάκι
ΝΤΙΝΑ: (με παράπονο) Για να πεις σ’ εμάς «καλό μου παιδάκι» πρέπει να
πάρουμε πάνω από τρία 20άρια στο σχολείο.

ΣΚΗΝΗ 44
ΤΕΤΑΡΤΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΣΙΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ - ΕΚΤΟΡΑΣ - ΤΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης με τον Έκτορα και τον Βασίλη κάθονται γύρω από το
τραπέζι και πίνουν καφέ.
Γελούν - χωρίς ήχο - και φαίνεται από την έκφρασή τους ότι ο Τάκης
δίνει ρεσιτάλ.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Δηλαδή αξίζει σαν εμφάνιση η Κατερίνα;
ΤΑΚΗΣ: Είναι στο ύψος του και εύχομαι να τα βρούνε γιατί με την προηγούμενη όταν χώρισε, πάλι εγώ έτρεχα.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Και τι έγινε τότε;
ΤΑΚΗΣ: (με τουπέ) Αυτός θέλει η κοπέλα να του μιλάει για τα άστρα,
το φεγγάρι και τα ηλιοβασιλέματα.
(σοβαρά) Εκείνη είχε το μυαλό της αλλού.
Βλέπεις εμφανίσιμος ο Σάκης, με πολλά λεφτά, ανύπαντρος και νεαρός.
Κελεπούρι δηλαδή για πολλές.
Όμως καμία δεν μπόρεσε να βρει το κουμπί του γιατί είναι και δύσκολος
σαν χαρακτήρας.
Μπορεί να είναι απλοϊκός, άνετος και ευγενικός, (μιλώντας αδελφίστικα
και πιάνοντας τον ώμο του) μόνο με μένα είναι βάρβαρος.
(μιλώντας σοβαρά) Πολλές φορές κολλάει όμως.
Τον βλέπεις αφηρημένο και χαμένο στον κόσμο του να σκέπτεται
την ιδανική που θα τον ξυπνήσει με τα ενδιαφέροντά και τον χαρακτήρα της.
Λογικό ήταν τότε να χαλάσει άλλη μια σχέση.
Επειδή όμως είναι και ευαίσθητος, στεναχωρήθηκε.
Τον πήρα και εγώ και τον πήγα σ’ ένα στριπτιτζάδικο.
Τον κάθισα σ’ ένα τραπέζι μπροστά και του έφερα μια αραπίνα.
(με ύφος πονηρό) Μπουκιά και συχώριο το μωρό.
Φόραγε μόνο ένα στρινγκάκι φωσφορούχο που πήγε και του το
κόλλησε στη μούρη.  
Δε φτάνει που όταν έσβησαν τα φώτα την έχασα, φαινόταν μόνο το στρινγκάκι, είχα και τον μουρόχαβλο που δεν έβλεπε μπροστά του τίποτα.
Κρίμα λέω τα λεφτά που έδωσα.
Ο Βασίλης με τον Έκτορα έχουν χυθεί απ’ τα γέλια.
Το μυαλό του κολλημένο.
Ρε βούτα του λέω, το γατί είναι μπροστά σου.
Αυτός είχε ανοίξει το στόμα και έβοσκε, ποιος ξέρει που.
(με τουπέ) Μπάλες μπλε σε βεραμάν κουτάκι.
Ο Βασίλης με τον Έκτορα έχουν δακρύσει από τα γέλια.
(σοβαρά) Παιδιά δεν είναι αστείο.
Όταν τον πιάσει η αγαθομάρα θέλει πολλά λάδια συμπλήρωμα.
Τις προάλλες πίναμε καφέ στο μπαλκόνι του και με ρωτάει:
«Πότε είναι του άγιου Αντώνη»;
Στις 17 Ιανουαρίου του λέω.
«Δηλαδή τότε γιορτάζουν οι Αντώνηδες»;
Ακούστε τι με ρώτησε.
Όχι γιορτάζει και η αγία Αικατερίνη του λέω, τα κάνουνε μαζί.
Ο Βασίλης με τον Έκτορα δεν μπορούν να ανασάνουν.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Σταμάτα θα σκάσω.
ΤΑΚΗΣ: (αδελφίστικα) Πολύ με κουράζει αυτός ο άντρας.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΒΑΣΙΛΗΣ: Είναι υπεύθυνος όμως και δουλευταράς.
ΤΑΚΗΣ: Δε λέω, όσο αφορά τη δουλειά σκύλος, άσχετα αν καμιά φόρα
ξεχνιέται  και μαδάει μαργαρίτες.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Θα κατέβει για διάβασμα;
ΤΑΚΗΣ: Ναι, αλλά θα την κάνουμε νωρίς γιατί αυτός πρέπει να πάει πρωί πρωί στο εργοστάσιο, (με τουπέ) και εγώ να δώσω αίμα.

ΣΚΗΝΗ 45
ΤΕΤΑΡΤΗ ΒΡΑΔΥ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΣΚΥΛΟΙ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Περικλής όρθιος μπροστά στον καθρέφτη κοιτάζει το πρόσωπό
του και ταυτόχρονα μιλάει στο σκύλο που κάθεται δίπλα του.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Μία η ώρα ρε Λέων και δε μπορώ να κοιμηθώ.
Βλέπεις είμαι και άνθρωπος της νύχτας.
Λες να τον ξενυχτίσω πάλι σήμερα;
Αλί στον νιο που δέρνεται στον γέρο που κοιμάται.
Μου φαίνεται ότι θα γεράσω πριν την ώρα μου.
Θα φταίει η δίαιτα που κάνω.
Βλέπεις εγώ προσέχω το κορμί μου, (με άγριο ύφος) δεν είμαι σαβούρης
σαν και σένα που πήγες να φας ένα ποδήλατο το πρωί.
(πιάνοντας  το μάγουλο με τουπέ) Κλασική φάτσα εραστή.

ΣΚΗΝΗ 46
ΤΕΤΑΡΤΗ ΒΡΑΔΥ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΣΙΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ - ΕΚΤΟΡΑΣ - ΣΑΚΗΣ - ΤΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Οι 4 φίλοι είναι σκυμμένοι και απορροφημένοι στο διάβασμά τους.
Ο Σάκης που κάθεται απέναντι από τον Τάκη έχει γείρει το σώμα
του προς το μέρος του Έκτορα και δείχνει με το στυλό που κρατάει
στο χέρι του κάτι από τις σημειώσεις.
Ακούμε μόνο τη μουσική, όχι τη συνομιλία τους.
Ο Τάκης σηκώνεται όρθιος κρατώντας ένα φύλο χαρτί.
Κοιτώντας το, πηγαίνει με αργά βήματα προς τη πόρτα και αντίστροφα,
οπότε ξανακάθεται.
Ο Βασίλης σηκώνεται μετά, βαδίζει προς τη μπαλκονόπορτα,
κοντοστέκεται σαν κάτι να θυμήθηκε, σκύβει λίγο κοιτάζοντας
ένα φύλλο και ξαναπάει μπροστά στη μπαλκονόπορτα.
Ο Τάκης γράφει ασταμάτητα.
Που και που κοιτάζει και τον Σάκη με άγριο ύφος.
Ο Σάκης παίρνει ένα μάτσο φύλλα και πηγαίνει στον καναπέ,
ενώ ο Βασίλης με τον Τάκη γράφουν ασταμάτητα.
Κοιτάζουν τις σελίδες που είναι δίπλα τους και γράφουν σε άλλες.
Χωρίς να περάσει χρόνος ακούγεται το ροχαλητό του Σάκη.
ΤΑΚΗΣ: (κοιτώντας εναλλάξ τον Βασίλη και τον Έκτορα)
Είναι κουρασμένος ο φουκαράς.
Από το εργοστάσιο στο σπίτι, να κοιμηθεί λίγο το μεσημέρι, μετά ξενύχτι.
Και πολύ άντεξε μέχρι τώρα.
Θα τον σηκώσω να πάει στο σπίτι….
Σηκώνεται, πάει δίπλα του και τον σκουντάει σιγά.
Σήκω λεβέντη μου….
ΣΑΚΗΣ: (καθώς πετάγεται απότομα από τον καναπέ) Τι έγινε;
ΤΑΚΗΣ: Άντε να ξαπλώσεις στο σπίτι σου να ξεκουραστείς.
Έχεις και να πας στο εργοστάσιο το πρωί.
Δεν έχουμε και αδιάβροχο μαξιλάρι για τα σάλια να σου δώσουμε….
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Όλοι χαμογελούν με το Σάκη να μαζεύει τα πράγματά του
έχοντας έντονους μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια.
ΣΑΚΗΣ: Συγνώμη παιδιά δεν αντέχω άλλο. πάω για ύπνο.
(βαδίζοντας αργά προς την πόρτα) Καληνύχτα.
ΕΚΤΟΡΑΣ - ΒΑΣΙΛΗΣ - ΤΑΚΗΣ: (με μια φωνή) Καληνύχτα.
 
ΣΚΗΝΗ 47
ΤΕΤΑΡΤΗ ΒΡΑΔΥ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΣΚΥΛΟΙ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Περικλής καθισμένος στη πολυθρόνα του με ένα ποτήρι ουίσκι
στο χέρι και τους σκύλους αραχτούς δίπλα του, ακούει ράδιο.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Λέων, δεν είναι ν’ ακούς είδηση.
Οι μισοί σκοτώνουν τους άλλους μισούς και δε λογαριάζουν
παιδιά, μάνες, οικογένειες.
Καλά ποιος τα θέλει όλα αυτά, ο πλανητάρχης;
Και εμείς τι κάνουμε;
Τσιμπάμε σα ψάρια και πέφτουμε στο λούκι τους.
Αυτοί κονομάνε και οι άλλοι πεθαίνουν.
Ρε Λέων καμιά φορά σε ζηλεύω.
Ούτε να δουλέψεις έχεις ανάγκη, τη γκομενίτσα σου την έχεις,
Τρως, πίνεις, πηδάς, κοιμάσαι και που είσαι σκύλος τι έγινε;
Ψυχούλα έχεις και εσύ.
Βέβαια εσύ δεν έχεις την ευκαιρία να διαλέξεις το ταίρι σου, αλλά και
αυτοί που την έχουν, τι κάνουν;
Ο φίλος μου ο εικοσαμάλακας, όταν του δώσεις να διαλέξει, κατεβάζει ρολά.
Κοιτάζει τη μία, κοιτάζει την άλλη, του αρέσουν και οι δύο αλλά δεν
αποφασίζει να κάνει κάτι.
Τις έχει έτσι, να μιλάνε μαζί, να πίνουν μαζί, να τρώνε μαζί και αρπαχτή
δεν κάνει σε καμία.
Μένει με το …. στο χέρι και την επόμενη ημέρα μου λέει:
«τι μαλάκας ήμουνα, άφησα τα μωρά νηστικά».
Λες και τα μωρά περιμένουν τον ανέραστο για να κολατσίσουν.
Όχι τίποτε άλλο, κόβει και τη δική μου τύχη ο μονοφαγάς, αφού τις κρατάει για πάρτι του και μόνο όταν τον στριμώξουν στο κρεβάτι ζητάει βοήθεια.
Καμιά μέρα θα υποτροπιάσω και θα τον αφήσω να τον ξεζουμίσουν.
Το κινητό κτυπάει. ΗΧΟΣ ΚΙΝΗΤΟΥ
Το κοιτάζει παίρνοντάς το γρήγορα στα χέρια και απευθυνόμενος στον σκύλο:
Ωχ!...
Λέων το μωρό είναι.
Μη κάνεις φασαρία τώρα που θα μιλάω και νομίσει ότι κάνω σκυλίσια ζωή.        

ΣΚΗΝΗ 48
ΠΕΜΠΤΗ ΠΡΩΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΣΟΥΛΑ - ΝΤΙΝΑΡΑ - ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Μπροστά η Σούλα και πίσω ο Τάκης φορτωμένος με τσάντες,
μπαίνουν στο διαμέρισμα με τον Τάκη να κλείνει την πόρτα πίσω του.
ΣΟΥΛΑ: (με θυμωμένο ύφος) Ήταν ανάγκη να ρωτήσεις την νοσοκόμα αν ήταν συμμαθήτρια με τη γιαγιά σου;
ΤΑΚΗΣ: (μουδιασμένα) Αφού μου είπε ότι είμαι σιτεμένος.
ΣΟΥΛΑ: Στο είπε αυτό για να νευριάσεις και να ξεχάσεις τη βελόνα.
Μην έχουμε πάλι λιγοθυμιές.
ΤΑΚΗΣ: Ότι νευρίασα, νευρίασα.
(ειρωνικά) Πάντως, πολύ έξυπνα μου τράβηξε την προσοχή;
Πάλι καλά που δεν είπε και για τη μύτη μου.
Η Ντινάρα βγαίνει από το δωμάτιό της και πλησιάζει κοντά τους.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Ήρθατε παιδιά μου, τι έγινε;
ΣΟΥΛΑ: Εντάξει.
ΤΑΚΗΣ: (χαμογελώντας) Άψογα.
Λίγο λαχτάρησα όταν η Σούλα κάθισε στην καρέκλα.
Μου φάνηκε ότι αλληθώρισε λίγο.
Λέω: «από το φόβο της θάναι».
Η Σούλα τον κοιτάζει με ένα αυστηρό ύφος.
(κορδωμένος) Κατά τάλα., όλα καλά.
Στάθηκα βράχος δίπλα της.
ΣΟΥΛΑ: (νευριασμένα) Να δούμε όταν γεννήσω ποιόν θα πάρουν
πρώτο με το φορείο, εμένα ή (δείχνοντας τον Τάκη) τον βράχο;
Και δεν θάναι η πρώτη φορά.
ΤΑΚΗΣ: (με θυμωμένο ύφος) Τότε είχα περιτονίτη γι αυτό σφάδαζα
από τους πόνους και έπεσα ξερός έξω από την αίθουσα τοκετών.
ΣΟΥΛΑ: Νομίζεις ότι οι νοσοκόμες δεν κατάλαβαν τι έχεις;
ΤΑΚΗΣ: Τι κατάλαβαν;
(παραπονιάρικα) Εγώ τους είπα ότι έχω σκουληκοειδίτη
και αυτές με πήγαν για καισαρική.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Λιγοθύμησες Τάκη παιδί μου από το φόβο σου,
όχι από σκουληκοειδίτη, και ήσουν σε μαιευτήριο.
Σε πήγαν στο χειρουργείο γιατί έξω απ’ αυτό σωριάστηκες.
Γι αυτό βρέθηκες δίπλα από τις άλλες έγκυες.
Τρεις αλογίσιες σου έβαλαν για να συνέλθεις.
ΤΑΚΗΣ: (αδελφίστικα) Το έκαναν για να πονέσω.
ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ: Κότα, κότα…
ΤΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Τι είπες ρε;
ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ: Λυράτη, λυράτη…
Η Σούλα με την Ντινάρα - φαίνεται από το ύφος τους - δύσκολα κρατούν
τη ψυχραιμία τους και δε γελούν.
ΤΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Βρομιάρη θα σερβίρω παπαγαλοκεμπάπ στους αλητόγατους της γειτονιάς και δε θα σου κάνω ούτε τα εννιάμερα.
Αδιάβαστος θα πας ελεεινέ.
Και μη νομίζεις ότι εκεί (δείχνοντας με το χέρι τον ουρανό) θα περνάς
ζωή χαρισάμενη.
Όχι παπαγαλίνα, ούτε θηλυκό καγκουρό δεν θα σου δίνει σημασία.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με ειρωνικό ύφος) Για να μάθεις, πετεινό του κερατά.
ΣΟΥΛΑ: (με ύφος θυμωμένο) Σαν πολύ δε τα βάλατε πεθερά και γαμπρός
με το πουλάκι.
(κοιτώντας τον παπαγάλο και με στοργή) Μαρκουλάκι μου μη τους δίνεις σημασία, δεν έχουν ευαισθησίες.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (ειρωνικά) Μαρκουλάκι μου!...
(με άγριο ύφος) Όλο το βράδυ σε ξεσήκωνε.
(με πάθος) Αχ ναι…
(ναζιάρικα) Είσαι πρόστυχος…
(με τουπέ) Κι άλλο…
ΤΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Βγάζει παράρτημα  το σίχαμα της κοινωνίας.
(απευθυνόμενος στη Σούλα) Και στο είπα, σιλασιόν, θα μας ακούσουνε
και τα άμαχα.
(ειρωνικά) «Έχουμε καλή ηχομόνωση».
ΣΟΥΛΑ: (με ύφος ντροπαλό) Που να το ξέρω ότι ο Μαρκούλης έχει
βιονικό αυτί.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με άγριο ύφος) Και μεγάλο στόμα.
(ειρωνικά) Να το ξέρετε από σήμερα κομμένο το μάτι.
Τώρα θα παίρνουμε αυτί σε απευθείας αναμετάδοση από τον κερατά

ΣΚΗΝΗ 49
ΠΕΜΠΤΗ ΠΡΩΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Περικλής στέκεται όρθιος μπροστά από το γραφείο της Κατερίνας και αφήνει πάνω σ’ αυτό κάποια δέματα.
Εκείνη τα κοιτάζει και αδιαφορεί βλέποντας τον Περικλή με αινιγματικό ύφος.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Τα έφεραν πριν από λίγο.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με ύφος προβληματισμένο) Θέλω Περικλή να σε ρωτήσω κάτι.
Δεν θα σε απασχολήσω πολύ, αν θέλεις βέβαια να μου απαντήσεις.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με ευγενικό ύφος) Αν γίνεται λίγο σύντομα γιατί έχω τα
σκυλιά στο δωμάτιο και φοβάμαι μη μου το κάνουν Βελιγράδι.
Χώρια που υποψιάζομαι ότι ο Λέων έχει συχνοουρία και βλέπω ότι θα μου
τα σερβίρει μπροστά στο γραφείο αν δεν προλάβω να τον βγάλω έξω.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Θέλω να μου πεις τη γνώμη σου για το γάμο.
Πως βλέπεις αυτήν την πράξη σήμερα;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με σοφιστικέ ύφος) Βλέπω ότι κάτι σημαντικό σας συμβαίνει
και δεν θα ήθελα με τις απόψεις μου να επηρεάσω τη διάθεσή σας.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με ύφος σοβαρό) Είμαι προετοιμασμένη, μίλησέ μου,
και αν γίνεται στον ενικό.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Η επιπολαιότητα με την οποία σήμερα αντιμετωπίζεται η βάση της οικογένειας, ο γάμος, συντελεί αφάνταστα στον κλονισμό του θεσμού της.
Ήδη από τα τέλη του προπροπερασμένου αιώνα ο Ίψεν επεσήμανε
το ψεύδος του γάμου βλέποντας την οικογένεια σα σύνολο ανόμοιων προσώπων που το ένα έχει αιχμαλωτίσει και καταπιέζει το άλλο και
που είναι προορισμένα να μη μπορέσουν ποτέ να συνεννοηθούν.
Η Κατερίνα έχει μείνει με το στόμα ανοικτό.
Η διάλυσή της τότε παρουσιάζεται σα φυσικό επακόλουθο εκείνου του γάμου που στηρίζεται στην αλληλοανοχή, στον εθισμό και την αδιαφορία.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (εκστασιασμένη και έχοντας φανερά απορημένο ύφος)
Δεν βλέπεις δηλαδή λύση ή προσπάθεια που να δικαιολογεί τον γάμο;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Θα μπορούσαν όλα αυτά ν’ αποφευχθούν, αν οι δύο
άνθρωποι που αποφάσισαν να έρθουν σε γάμο κοινωνία έβλεπαν πως
το όλο θέμα δεν είναι μόνο μια συμφωνία, μια σύμβαση, αλλά ένας
όρκος ζωής και θανάτου που απαιτεί τεράστια ανάλωση εσωτερικών δυνάμεων και μεγάλη αντοχή.
Δύο άνθρωποι που αποφασίζουν να ζήσουν μαζί, επιχειρούν αν είναι
υπεύθυνα πρόσωπα, ένα δυσθεώρητο τόλμημα αφού είναι δύο μονάδες,
δύο κόσμοι, δύο διαφορετικές παρουσίες φυσικές, πνευματικές και ψυχικές,
παρόλες τις πιθανές ομοιότητες.
Ο γάμος προϋποθέτει δύο πλήρη πρόσωπα που αποφασίζουν να προσπαθήσουν να εξομοιωθούν και να επιτελέσουν κοινό έργο.
Γεννιέται όμως το ερώτημα: πόσοι βλέπουν το γάμο έτσι;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (φανερά επηρεασμένη) Σου έκλεψα τον χρόνο, και σε απασχόλησα με τους προβληματισμούς μου.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (συμπονετικά) Η καρδιά να ξέρεις έχεις τους δικούς της νόμους.
Αν την ακούσεις δε χρειάζεται να μάθεις τι λένε τα βιβλία και οι θεωρητικοί.
Ζήσε αυτό που νομίζεις ότι θα σε κάνει ευτυχισμένη και δυνατή.
Μέσα από την αγάπη κανένα πρόβλημα δε μένει άλυτο.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με ύφος προβληματισμένο) Σε ευχαριστώ, με βοήθησες πολύ.

ΣΚΗΝΗ 50
ΠΕΜΠΤΗ ΠΡΩΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΣΑΚΗ / ΚΟΥΖΙΝΑ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ - ΒΑΓΓΕΛΙΩ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λάζαρος στέκεται όρθιος στην είσοδο της κουζίνας και κοιτάζει την Βαγγελιώ που πλένει πιάτα στον νεροχύτη.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Θα παίξουμε τάβλι κυρα Βαγγελιώ φέτος ή θα περιμένω του χρόνου μέχρι να μάθεις;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (χαμογελώντας και χωρίς να κοιτάζει τον Λάζαρο)
Ξεπερδίκοσες βλέπω.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Τι θα πει αυτό;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Τσαμπουκαλεύεσαι.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Ψάχνεις δικαιολογίες για να αποφύγεις την επερχόμενη
σίγουρη ήττα σου;
(με απορία) Δε μου λες, η χασάπισα έφυγε για το χωριό με τον αδελφό της;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (γελώντας) Ναι, Σαββατοκύριακο και Κυριακή.
Έτσι μου είπε.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Μπα, τον πνίχτη τον πήρε μαζί του ο χριστιανός ή θα την
αμολήσει ελεύθερη να φάει το καταπέτασμα πάλι;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Δεν τρώει τώρα πολύ, κάνει δίαιτα.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Πως αυτό;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Έπεσε κάτω τις προάλλες και έκαναν μισή ώρα να τη σηκώσουν.  
ΛΑΖΑΡΟΣ: Έσπασε τίποτα ή άφησε μόνο γούβα;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Τι γούβα, κρατήρας 5 μέτρων.
Χώρια που έχω υπόνοιες ότι βρήκανε και πετρέλαιο.

ΣΚΗΝΗ 51
ΠΕΜΠΤΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΕΚΤΟΡΑΣ - ΜΠΡΑΒΟΣ 2]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η κάμερα δε δείχνει το πρόσωπο του Έκτορα.
Στο αμάξι ο Μπράβος 2 οδηγεί, ενώ ο Έκτορας στο πίσω κάθισμα γεμίζει με σφαίρες το περίστροφό του.
ΜΠΡΑΒΟΣ 2: Έχουμε σημαντική δουλειά να κάνουμε.
Ποιος θα το φανταζόταν ότι μεσ’ στο σπίτι του θα κινδύνευε από άνθρωπο
της εμπιστοσύνης του.
Ευτυχώς που το μυαλό του είναι τεράστιο και δεν εμπιστευόταν κανέναν.
Γι αυτό και ζήτησε να τον παρακολουθεί και δεύτερος γιατρός.
Αυτός διέγνωσε ημικρανίες τις οποίες δεν είχε ο μεγάλος.
Αμέσως με πήρε στο τηλέφωνο και με ενημέρωσε.
Τότε επισκεφθήκαμε το καθίκι που δεν άργησε να τα ξεράσει όλα.
Με ένεση νιτρογλυκερίνης που θα συνέχιζε να την χορηγεί είχαν σκοπό
να τον βγάλουν από τη μέση.
Γρήγορα, αθόρυβα και φυσικά.
Λάλησε ο ντοκτόρε, ευτυχώς για εκείνον γρήγορα (χαμογελώντας) και δε πόνεσε πολύ.
Τώρα βλέπει τα μαρούλια ανάποδα και αυτός που κρύβεται πίσω απ’ όλα,
θα τα δει σε λίγο.
Πολύ θράσος, να έρχεται στη βίλα και να σκοτώνει αργά και σταθερά,
μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα τον αρχηγό;
Εδώ άλλοι, μόνο που τον βλέπουν ανεβάζουν ζάχαρο από το φόβο τους.

ΣΚΗΝΗ 52
ΠΕΜΠΤΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΣΟΥΛΑ - ΝΤΙΝΑΡΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης και η Ντινάρα κάθονται στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση,
ενώ η Σούλα πιο πέρα ξεσκονίζει.
Ο Τάκης έχει ύφος φανερά προβληματισμένο, κάτι που δεν περνάει απαρατήρητο από την Ντινάρα.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (κοιτώντας τον στοργικά) Τι έχεις αγόρι μου;
Η Σούλα κοιτάζει απορημένα.
ΤΑΚΗΣ: (με παράπονο) Τίποτα.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Πως τίποτα, η μούρη σου σαν ξινισμένη μαγιονέζα είναι.
ΤΑΚΗΣ: (παραπονεμένα δείχνοντας επάνω) Να αυτός.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (παραξενεμένα) Ποιος, ο κουμπάρος σου;
ΤΑΚΗΣ: (με το ίδιο ύφος) Ναι, όλο με πειράζει.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (παρηγορώντας τον) Τι σου κάνει παιδί μου;
ΤΑΚΗΣ: (με το ίδιο ύφος) Κοροϊδεύει τη μύτη μου.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με δυσκολία κρατάει τα γέλια της) Δηλαδή τι σου λέει;
ΤΑΚΗΣ: Χτες εκεί που διαβάζαμε είπε ότι κάνει προσλήψεις το υπεχωδέ.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με απορημένο ύφος) Τι σχέση έχει αυτό με τη μύτη σου;
ΤΑΚΗΣ: (κουνώντας πάνω κάτω το κεφάλι του με παραπονεμένο ύφος)
Να πάω μου είπε γιατί ανοίγουν τρύπες για εξόρυξη πετρελαίου.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Και τι δουλειά έχεις εσύ;
ΤΑΚΗΣ: Εγώ δεν έχω, (παραπονεμένα) μου είπε ότι έχει η μύτη μου.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (χαμογελαστά) Σου είπε και άλλα;
ΤΑΚΗΣ: (παραπονεμένα) Ναι χάλασε λέει η μηχανή στη βάρκα του.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (αυθόρμητα) Και τι την θέλει τη μύτη σου;
ΤΑΚΗΣ: (κοιτώντας την Ντινάρα άγρια) Για εξωλέμβια.
Η Σούλα έχει λυγίσει απ΄ τα γέλια.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (κρατώντας με δυσκολία σοβαρό ύφος) Δε ντρέπεται ο στραβοκάνης να λέει τέτοια πράγματα.
Δε βλέπει που περπατάει σε δυο πεζοδρόμια ταυτόχρονα.
Άκου εκεί να πει του παιδιού μου ότι έχει μεγάλη μύτη.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΤΑΚΗΣ: (παραπονιάρικα) Ναι.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Να δεις τι έχει να πάθει το γαϊδούρι.
Τώρα που θα πάω επάνω θα του δείξω εγώ.
ΣΟΥΛΑ: (με ειρωνικό ύφος) Θα παίξετε πάλι;
ΝΤΙΝΑΡΑ: Κακιά πεθερά θα γίνεις.
ΤΑΚΗΣ: (κοιτώντας τη Σούλα σαν να συμφωνεί με την πεθερά του) Ναι.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Αφού ξέρεις ότι δεν παίζουμε με λεφτά ή μήπως φοβάσαι μη πλακωθούμε στα ούζα;

ΣΚΗΝΗ 53
ΠΕΜΠΤΗ ΒΡΑΔΥ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
                                                                               /  ΑΥΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΕΚΤΟΡΑΣ - ΣΚΥΛΟΙ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Στο σπιτάκι του Περικλή το περιβάλλον είναι ρομαντικό.
Αναμμένα κεριά, απαλή μουσική και εκείνος κουστουμάτος περιμένει
την καλή του.
Που και που ρίχνει καμιά ματιά στα σκυλιά.
Δεν περνάει λίγη ώρα όταν ακούει τον Λέοντα να γαβγίζει.
Βγάζει το κεφάλι του τότε απ’ το παράθυρο και βλέπει το σκύλο
να γαβγίζει κοιτώντας έξω από τη πύλη.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (μονολογώντας) Πάλι καμιά γάτα θα κυνηγάει.
(φωνάζοντας δυνατά) Σκάσε μωβόρε σκύλε.
Ψαροκασέλα, που περιδρόμιασες όλη τη ψαρόσουπα.
Τώρα τα βάζεις με γάτες ρε;
Αλλά τι περιμένεις, από 10 μέτρα μακριά βρωμοκοπάς ψαρίλα
είναι να μην έρθει το γατί;
Ρε η Λούση είναι κυρία, την άκουσες καθόλου;
Εσύ γιατί λυσσάς θα μου διώξεις και τη γυναίκα..
Ο σκύλος επιμένει να γαβγίζει.
(μονολογώντας απορημένος) Κάτσε να βγω έξω να δω τι έπαθε ο κερατάς.
ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΑΝΟΥ (ΑΥΛΗ)
Ο Περικλής με τους σκύλους δίπλα του να γαβγίζουν, βρίσκονται
πίσω από τη συρόμενη εξωτερική πόρτα του εργοστασίου.
Μπροστά του και έξω από την πόρτα ο Έκτορας τραυματισμένος
και πεσμένος μπρούμυτα με το αίμα πλημμύρα γύρω του.
Η κάμερα δε δείχνει το πρόσωπό του σε όλη τη διάρκεια της σκηνής.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (μιλώντας σιγά) Λέοντα σκάσε, ένας άνθρωπος με αίματα.
Τι να κάνω τώρα;
Να τον φορτώσω μέσα ή να τον αφήσω εδώ και να πάρω το εκατό;
Περιμένω και την ψιψίνα μου.
Είναι όμως ζωντανός;
Σκύβει να τον ακούσει.
Αυτός παραμιλάει, θα τον φορτώσω.

ΣΚΗΝΗ 54
ΠΕΜΠΤΗ ΒΡΑΔΥ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΝΤΙΝΑΡΑ – ΒΑΓΓΕΛΙΩ – ΛΑΖΑΡΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Ντινάρα, δίπλα της από τη μια ο Λάζαρος και από την άλλη η Βαγγελιώ
στο μεγάλο στρωμένο με τσόχα τραπέζι επιδίδονται στις
χαρτοπαικτικές τους ικανότητες.
Η Ντινάρα ανοίγει και τα υπόλοιπα φύλα.
Αφού τα ξανακοιτάζουν, ποντάρουν από 15 μάρκες.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (δείχνοντας τα φύλα του διστακτικά) Φουλ του Ρήγα με 10 άρια.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (δείχνοντας τα δικά της με χαρά) Δεν είσαι καλός Πάτρικ,
Καρέ του επτά.
Πάει να μαζέψει τις μάρκες απλώνοντας και τα δυο της χέρια.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (δείχνοντας τα φύλα της γελαστή) Δεν είστε καλή my dear.
Φλος Ρουαγιάλ.
Η Βαγγελιώ μαζεύεται με απορημένο ύφος.
Η Ντινάρα μαζεύει τις μάρκες, τα φύλα και ανακατεύει
ΛΑΖΑΡΟΣ: (κοιτάζοντας τα φύλα του, απορημένος) Τι αιμοσφαίρια
είναι αυτά;
Που να παίζαμε με κανονικά λεφτά.
Θα μου είχατε φάει 2 εργοστάσια μέχρι τώρα.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
(απορημένος αφού πρώτα μυρίζει) Τι μαγειρεύεις ρε Βαγγελιώ, σκορδαλιά;
ΝΤΙΝΑΡΑ: (γελαστά) Όχι έχει γεμίσει τις τσέπες της με σκόρδα για γούρι.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (εκνευρισμένος) Από αύριο θα μαζέψω όλα τα βαμπίρ  και
να δείτε τι θα πάθετε.
Άσε που θα κάνω να πλυθώ ένα χρόνο.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (καθώς σηκώνεται) Πάω να ετοιμάσω τσάι.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Αν είναι του βουνού θέλω κι εγώ.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (με ειρωνικό ύφος) Είναι της θάλασσας, ρίξαμε παραγάδι και
το πιάσαμε.

ΣΚΗΝΗ 55
ΠΕΜΠΤΗ ΒΡΑΔΥ – ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ – ΕΚΤΟΡΑΣ – ΦΩΝΗ ΜΠΡΑΒΟΥ 2]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Περικλής στέκεται πάνω από τον ξαπλωμένο Έκτορα.
Δε βλέπουμε το πρόσωπό σε όλη τη διάρκεια της σκηνής και η φωνή του ακούγεται παραποιημένη.
Το σώμα του είναι γυμνό από τη μέση και πάνω, δεμένο με γάζες και επιδέσμους.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (κοιτώντας τον τραυματία) Μεγάλη η χάρη σου, όποιος είσαι.
Δε φτάνει που ευτυχώς πρόλαβα ν’ ακυρώσω το ραντεβού με την ψιψίνα
μου και να μαζέψω τους σκύλους που λυσσάξανε, έπρεπε να σε
κουβαλήσω κιόλας.
Ξεγοφιάστηκα.
(πιάνοντας τη μέση) Σα Γαλλικό μπουζόκλειδο έγινε η μέση μου.
Σου καθάρισα την πληγή, σου σταμάτησα την αιμορραγία, σε έδεσα με
γάζες και επιδέσμους…
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ήχος από κινητό που κτυπάει στη τσέπη του τραυματία διακόπτει τον μονόλογό του. ΗΧΟΣ ΚΙΝΗΤΟΥ
Σκύβει και βρίσκει στη τσέπη του Έκτορα το κινητό που συνεχίζει να χτυπάει.
Κοιτώντας το, διστάζει να απαντήσει.
Τελικά το αποφασίζει, βάζοντας ανοικτή ακρόαση.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (διστακτικά) Ναι, ποιος είναι;
ΦΩΝΗ ΜΠΡΑΒΟΥ 2: Εσύ ποιος είσαι;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (ειρωνικά) Ο Γιάννης ο Ώχρας.
ΦΩΝΗ ΜΠΡΑΒΟΥ 2: (άγρια) Μίλα ρε ποιος είσαι;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (τρομαγμένος) Έχω έναν κτυπημένο εδώ και είναι λιγόθυμος.
Δεν ξέρω ποιος είναι ούτε και σένα ξέρω.
ΦΩΝΗ ΜΠΡΑΒΟΥ 2: Εγώ είμαι φίλος του.
Πες μου που είσαι να έρθουμε να τον πάρουμε.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Ο άνθρωπος θέλει νοσοκομείο.
ΦΩΝΗ ΜΠΡΑΒΟΥ 2: Θα τον πάμε εμείς.
Δεν πρέπει να είμαστε μακριά, που είσαι;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (διστακτικά) Θα πάρω το εκατό.
ΦΩΝΗ ΜΠΡΑΒΟΥ 2: Αν πάρεις το εκατό πέθανες.
Διάλεξε και γρήγορα.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (μονολογώντας φοβισμένα) Ε ρε μπελάς που με βρήκε.
Καλά ελάτε στο εργοστάσιο πίσω από το πάρκο.
Κλείνοντας το κινητό ακούει τον τραυματία να παραμιλάει.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Τον έφαγα, τον έφαγα.
Δεν έπρεπε να πάω μόνος μου, με χτύπησε πισώπλατα.

ΣΚΗΝΗ 56
ΠΕΜΠΤΗ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ – ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΑΥΛΗ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΜΠΡΑΒΟΣ 2 - ΜΠΡΑΒΟΙ 3, 4
(ΚΟΜΠΑΡΣΟΙ)]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Περικλής περιμένει πίσω από την αυλόπορτα, κοιτώντας συνεχώς έξω.
Σχεδόν αμέσως σταματάει μπροστά απ’ το εργοστάσιο ένα κλειστό
φορτηγάκι απ’ όπου κατεβαίνουν οι Μπράβοι 2, 3, 4 και κοιτούν προσεκτικά τη γύρω περιοχή με τον Μπράβο 2 να πλησιάζει τον Περικλή έξω απ’ την αυλόπορτα.
ΜΠΡΑΒΟΣ 2: Εσύ τον βρήκες;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (κάνοντας πως δεν κατάλαβε) Ποιόν;
ΜΠΡΑΒΟΣ 2: Τον κτυπημένο.
Οι φίλοι του είμαστε και δε πιστεύω να πήρες την αστυνομία;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Παιδιά είμαστε τώρα, απλά έπρεπε να προσέχω.
(ξεκλειδώνοντας και τραβώντας την πόρτα) Ελάτε.
(δείχνοντας προς το δωμάτιο) Μέσα εκεί τον έχω.
Ο Μπράβος 2 έρχεται και στέκεται μπροστά του.
Οι Μπράβοι 3 και 4  κρατώντας φορείο πηγαίνουν στο δωμάτιο.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (κοιτώντας προς τους Μπράβους 3 και 4) Προσεκτικά.
ΜΠΡΑΒΟΣ 2: (βγάζοντας από τη τσέπη του ένα πακέτο με χαρτονομίσματα) Αυτά για τον κόπο σου, φέρθηκες πολύ έξυπνα.
Από εδώ και πέρα όμως τσιμουδιά γιατί αλλιώς (με το δάκτυλο του δεξιού χεριού δείχνει ότι θα τον σφάξει) ξέρεις.
Ο Περικλής μένει αμίλητος κοιτώντας τα λεφτά.
Οι σκύλοι από την αποθήκη γαβγίζουν συνεχώς.
ΗΧΟΣ ΓΑΥΓΙΣΜΑΤΩΝ
Οι Μπράβοι 3 και 4 μεταφέρουν γρήγορα και προσεκτικά τον Λευτέρη.
Τον έχουν σκεπάσει μέχρι επάνω με μια κουβέρτα.
Ο Μπράβος 2 κοιτώντας αριστερά, δεξιά τρέχει γρήγορα στο αμάξι.
Βάζει μπρος και εξαφανίζεται με μεγάλη ταχύτητα.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (κοιτώντας έκπληκτος τα λεφτά και μονολογώντας)
Αυτά τα έβγαλα στο Τουμπάι σε έξι μήνες, κοίτα να δεις τύχη.
(σκεφτικός) Λες όμως να έχω προβλήματα.
Αύριο θα μιλήσω στο μικρό αφεντικό να έχει το νου του.

ΣΚΗΝΗ 57
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΡΩΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΕΚΤΟΡΑ / ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΕΚΤΟΡΑΣ – ΜΠΡΑΒΟΣ 2]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Έκτορας ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι με τη πλάτη γυρισμένη στη κάμερα, διασωληνομένος με ορό και αίμα έχει μπροστά του καθισμένο σε μια
καρέκλα τον Μπράβο 2.
Δε βλέπουμε το πρόσωπό του σ’ όλη τη διάρκεια της σκηνής και η φωνή του
ακούγεται παραποιημένη.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Αφού τον εντοπίσαμε αποφάσισα να ενεργήσω μόνος.
Όλοι μαζί θα δίναμε στόχο και ενώ με περίμενε, κινήθηκα έξυπνα
και αιφνιδιαστικά.
Τι πίστευε, πήγε να φάει τον μεγάλο και θα ζούσε;
Γυρίζοντας να φύγω με πυροβόλησε στον αριστερό ώμο με τη σφαίρα
να βγαίνει από μπροστά.
ΜΠΡΑΒΟΣ 2: Μόνο από αιμορραγία κινδύνευες, αφού δεν χτυπήθηκε
ζωτικό όργανο και αν δεν ήταν τελικά αυτός ο φύλακας να σου πλύνει
το τραύμα και να δέσει σφιχτά τη πληγή, τώρα θα μέτραγες ώρες.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Σ’ αυτόν χρωστάω δηλαδή τη ζωή μου;
ΜΠΡΑΒΟΣ 2: Σ’ αυτόν.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Έπρεπε να του δώσετε και άλλα.
Δε του δώσαμε και λίγα, αλλά αν κάποιος ακόμα βοήθησε να είσαι
τώρα εδώ, αυτός είναι ο μεγάλος…
Μας τηλεφώνησε επειδή ξέρει το στυλ σου, να τρέξουμε γρήγορα.
Όταν φθάσαμε είχες φύγει, ευτυχώς όχι μακριά.
Άφησες όμως πίσω σου ένα πτώμα.
Αυτό μια ομάδα από εμάς το εξαφάνισε εκεί που θα περάσουν
πολλά χρόνια για να βρεθεί.

ΣΚΗΝΗ 58
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΡΩΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΑΚΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης κάθεται στη καρέκλα του γραφείου του έχοντας μπροστά του σημειώσεις και ένα πρόχειρο, στυλό και μολύβια.
Διαβάζει σκυμμένος με ευλάβεια ώσπου ανασηκώνεται.
ΣΑΚΗΣ: (μονολογώντας) Βαριά η καλογερική, δεν έχω όρεξη για τίποτα.
Ανοικτά σύνολα, κλειστά σύνολα, συμπάγειες.
Όλα στριφογυρίζουν μπροστά μου.
Απότομα, αφού πρώτα χτυπάει την πόρτα, ΗΧΟΣ ΚΤΥΠΗΜΑΤΟΣ
μπαίνει στο γραφείο ο Περικλής.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (καθώς στέκεται μπροστά στον Σάκη ανήσυχος)
Αφεντικό πρέπει να μιλήσουμε.
Η Κατερίνα εισβάλει από την ανοικτή πόρτα του γραφείου και
κοιτώντας περίεργα στέκεται δίπλα στον Θυρωρό.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (κοιτώντας εναλλάξ και τους δύο) Διακόπτω κάτι;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με σοβαρό ύφος) Νομίζω πως ότι πω πρέπει να το ακούσετε
και οι δύο, (κοιτώντας την Κατερίνα) κυρίως εσείς που είστε νομικός.
ΣΑΚΗΣ: (απορημένος) Τι έγινε Περικλή με τρομάζεις;

ΣΚΗΝΗ 59
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΡΩΙ – ΔΡΟΜΟΣ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΝΤΙΝΑΡΑ – ΒΑΓΓΕΛΙΩ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Ντινάρα με την Βαγγελιώ κρατώντας η κάθε μια από ένα γεμάτο μέχρι επάνω καρότσι λαϊκής περπατούν στο δρόμο.
Οι κινήσεις τους είναι αργές με τη κούραση να φαίνεται στο πρόσωπό τους, παρά τα σκούρα γυαλιά ηλίου που φορούν.
Στέκονται για λίγο και στηρίζουν τα χέρια τους στα καρότσια.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (λαχανιασμένα) Με ξεποδάριασες.
Δε σου έφτανε η λαϊκή, με πήγες και στο εμπορικό κέντρο.
Κατέβασες όλα τα ρούχα και τι πήρες;
Δέκα βρακιά.
Τι τα θες χριστιανή μου τόσα βρακιά, η Αμερσούδα είσαι;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (ξεκινώντας να προχωρήσει) Περπάτα.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Στάσου να ξελαχανιάσω, τον ακάθιστο έχεις;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (περπατάει αργά αφήνοντας την Ντινάρα λίγο πίσω)
Περπάτα, όλο γκρίνια είσαι.
Η Ντινάρα την ακολουθεί πίσω της με αργά βήματα αγκομαχώντας.
Όταν κατάπινες τα σουβλάκια δύο δύο ήταν καλά;
Και δε σου φτάνανε 6, ήθελες και άλλα.
Ρούφηξες και το μπουκάλι τη μπύρα.
Περπάτα τώρα και κάνε μόκο.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (εξουθενωμένη) Στάσου λίγο ρε Βαγγελιώ.
Η Ντινάρα σταματάει, το ίδιο και η Βαγγελιώ, βγάζει τα γυαλιά,
τα κρατάει με το ένα χέρι και με το άλλο σκουπίζει τον ιδρώτα της.
Γύρω από τα μάτια της Ντινάρας φαίνονται μαύροι κύκλοι.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Απ’ ότι βλέπω τα ματέλια σου κοράκου χρώμα.
Που το κονόμησες το πρήξιμο;
ΝΤΙΝΑΡΑ: Πατέρας και γιος όλο το βράδυ παρλάρανε.
Πώς να κοιμηθείς;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: Τι τραβάς και εσύ.
Καλά άρχισε και ο μικρός τη ψαλμωδία;
ΝΤΙΝΑΡΑ: Άστα, κλώνος του Τάκη και λίγα λέω.

ΣΚΗΝΗ 60
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΡΩΙ – ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΑΚΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ – ΚΑΤΕΡΙΝΑ – ΠΕΡΙΚΛΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Να κατηγορηθούμε για υπόθαλψη εγκληματία είναι
πιθανό από τη στιγμή που δεν ειδοποίησες την αστυνομία.
Είναι όμως αυτός ο θύτης ή το θύμα;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Αφού στο παραμιλητό του φώναζε τον έφαγα.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Θα κοιτάξω τις σημερινές εφημερίδες…
Έχω μια στην τσάντα μου…
Από την τσάντα της βγάζει μια εφημερίδα και την κοιτάζει γρήγορα.
Δε θα πρόλαβαν να γράψουν για το φόνο αφού αυτός έγινε αργά το βράδυ.
Στο αυριανό φύλο θα δούμε σίγουρα.
ΣΑΚΗΣ: Α ρε Περικλή σε μπελάδες θα μπούμε.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Ήταν αναίσθητος και αιμορραγούσε.
Αν καλούσα το 100 ή το πρώτο βοηθειών θα πέθαινε από αιμορραγία.
Αυτοί έρχονται συνήθως στη κηδεία.
Του καθάρισα τότε την πληγή και την έδεσα σφιχτά.
Από φόβο δεν ειδοποίησα το 100 αφού αυτός τώρα σίγουρα θα ζήσει και
δε ξέρεις τι θα μπορούσε να μου κάνει μετά.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Απ’ το αυριανό φύλο θα μάθουμε οπωσδήποτε και σιγά
μη περιμένω μέχρι τότε.
Το βράδυ θα πάω στην Ομόνοια για εφημερίδα.
ΣΑΚΗΣ: Να έρθω μαζί σου.
Δε θέλω να πηγαίνεις εκεί, μέσ’ στο βράδυ μόνη σου;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Ωραία ξεκινάμε από εδώ κατά τις μία.
(χαμογελώντας) Αν τα νέα είναι ευχάριστα θα κεράσεις ποτάκι μετά.
Η Κατερίνα φεύγει, ενώ οι άλλοι την κοιτούν μέχρι που βγαίνει.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (κοιτώντας προς το γραφείο της Κατερίνας με το στόμα ανοικτό) Αφεντικό εγώ στη θέση σου θα βάραγα ένεση.
ΣΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Το μόνο που μπορώ να βαρέσω είναι (και κινείται απειλητικά εναντίον του Περικλή, ενώ εκείνος τρέχοντας φτάνει στην έξοδο)
το κεφάλι σου.
Ο Περικλής έχει εξαφανιστεί ενώ ο Σάκης τρίβει τα χέρια του από χαρά.

ΣΚΗΝΗ 61
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΡΩΙ – ΒΙΛΑ ΑΡΧΙΝΟΝΟΥ/ ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ -
                                      ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΕΚΤΟΡΑ / ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ – ΕΚΤΟΡΑΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ακολουθεί ΕΝΑΛΛΑΞ ΠΡΟΒΟΛΗ της τηλεφωνικής συνομιλίας του
Αρχινονού με τον Έκτορα που δε βλέπουμε το πρόσωπό του, ενώ ακούμε παραποιημένη τη φωνή του
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: (ήρεμα και αργά) Πρέπει τώρα να προσέχεις περισσότερο.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Μα καθαρίσαμε όλη τη συμμορία, τι έχουμε να φοβηθούμε;
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: (ψύχραιμα) Είσαι μικρός και άπειρος, δεν φθάνει μόνο ο τσαμπουκάς, θέλει και μυαλό.
Φαντάσου να μην είχα στείλει τα παιδιά.
Τώρα θα είχαμε πρόβλημα και με την αστυνομία.
Φέρθηκες επιπόλαια, σε κυριάρχησε το πάθος..
Δέχομαι την αφοσίωση που μου δείχνεις αλλά να ξέρεις ότι
αφοσίωση δείχνουν μόνο οι ζωντανοί, όχι οι νεκροί.
ΕΚΤΟΡΑΣ: (με απορία) Γιατί τώρα τι πρόβλημα έχουμε;
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Πιστεύεις ότι πίσω απ’ αυτούς που φάγαμε δεν
υπάρχουν άλλοι;
Αν μάλιστα επαληθευτούν οι προβλέψεις μου αυτοί οι άλλοι είναι ξενόφερτοι.
Έχουν γερές πλάτες και χρήμα.
Θέλουν να πάρουν τον έλεγχο και θα βρουν τρόπους να το πετύχουν.
Για να κρατηθείς στην κορυφή πρέπει να ξέρεις τι έχεις από κάτω σου.
Πράγμα που εγώ δύσκολα πλέον μπορώ, γι αυτό τα μάτια σου ανοιχτά.
Από αύριο που θα κυκλοφορείς και πάλι, προσοχή.

ΣΚΗΝΗ 62
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΡΩΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ – ΣΟΥΛΑ – ΦΩΝΗ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης με την Σούλα καθισμένοι στον καναπέ πίνουν καφέ.
Τα μαλλιά του Τάκη όρθια, ενώ η νύστα δεν έχει φύγει από το πρόσωπό του.
Με δυσκολία παρακολουθεί την Σούλα που μιλάει.
ΣΟΥΛΑ: Όλο το βράδυ είχες αναμετάδοση και ο γιος σου συναυλία.
Σόι πάει το βασίλειο.
ΤΑΚΗΣ: (αφού πίνει λίγο καφέ) Τι έκανε;
ΣΟΥΛΑ: Τραγούδαγε.
Πέρασε τους βαρύφωνους γενεές πάσες.
Ο Μπαμπαρότι σε καρμπόν.
Το μαλλί της μαμάς το πρωί καρφάκια.
Οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια της από την αϋπνία σα το ματάκι της κουζίνας μας το μικρό.
ΤΑΚΗΣ: (πιάνοντας το μάγουλό του με το χέρι) Ωχ.
ΦΩΝΗ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ: Όξις.
ΤΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Και ξερός να μείνεις βρομιάρη.
ΣΟΥΛΑ: Τι έπαθες;
ΤΑΚΗΣ: Μπάλες…
(πιάνοντας το μάγουλο και δείχνοντας ότι πονάει) Δάγκωσα τη γλώσσα μου.

ΣΚΗΝΗ 63
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ – ΒΙΛΑ ΑΡΧΙΜΑΦΙΟΖΟΥ /      
ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΑΡΧΙΜΑΦΙΟΖΟΣ – ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο αρχιμαφιόζος ξαπλωμένος ανάσκελα μιλάει με δυσκολία στο τηλέφωνο μέσα από ανοικτή ακρόαση με τον φίλο του τον Φιλόσοφο.(Λάζαρος !!!!)
που η φωνή του ακούγεται παραποιημένη.
ΑΡΧΙΜΑΦΙΟΖΟΣ: Καλέ μου φίλε, τι έχουμε περάσει μαζί;
Θυμάσαι στη Γαλλία;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ: Πως δε θυμάμαι.
Ξετινάξαμε όλη τη φυλακή, μέχρι και τους φύλακες μαδήσαμε.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Οι συμβουλές σου πάντως μέχρι και τώρα που σου μιλάω
είναι για μένα ευαγγέλιο.
Ποτέ δεν έχεις πέσει έξω σε ότι πρόβλεψες ή πρότεινες.
Γι αυτό και πάντα θα έχεις προστασία από μένα και τους ανθρώπους μου.
Τώρα που το είπα, θέλω να σου γνωρίσω έναν δικό μου άνθρωπο.
Είναι ανάγκη να γίνει αυτό γιατί δεν νομίζω ότι μου μένει πολύς καιρός.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ: Μη μιλάς έτσι.
Τότε με τον γιατρό έπρεπε να είχες ενεργήσει πιο πριν.
Σε προειδοποίησα.
Το κατάλαβες αργά, γι αυτό τώρα θα κάνεις ότι σου λέω για να σηκωθείς επιτέλους από αυτό το κρεβάτι.

ΣΚΗΝΗ 64
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΤΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης ανοίγει την εξώπορτα απ’ όπου μπαίνει ο Τάκης.
Βλέποντάς τον χαμογελάει, ενώ ο Τάκης τον κοιτάζει λοξά με ύφος αυστηρό.
Ο Τάκης κάθεται στον καναπέ κοιτώντας μπροστά, ενώ ο Σάκης όρθιος δίπλα του και χαμογελάει.
ΣΑΚΗΣ: Σου έχω νέα.
ΤΑΚΗΣ: (απαιτητικά) Φέρε ένα ποτήρι νερό πρώτα και μετά ξέρασέ τα.
ΣΑΚΗΣ: Δίψασες;
ΤΑΚΗΣ: (δείχνοντας την κάψουλα στο χέρι του) Για το χάπι.
ΣΑΚΗΣ: (ειρωνικά) Είναι για την ακράτεια;
Πήγες επιτέλους στον Κτηνίατρο;
ΤΑΚΗΣ: (με σοβαρό ύφος) Αντιβίωση για το αυτί μου.
ΣΑΚΗΣ: Και θα το πιεις;
ΤΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Όχι θα το βάλω για ωτασπίδα.
Λέγε.
ΣΑΚΗΣ: Το βράδυ θα βγω με την Κατερίνα.
ΤΑΚΗΣ: (καθώς σηκώνεται απότομα και πιάνοντας το αυτί του Σάκη χαμογελώντας) Τσαχπινιάρικο αγόρι.

ΣΚΗΝΗ 65
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ – ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ – ΣΚΥΛΟΙ]
ΜΟΥΣΙΚΗ (από το ράδιο του Περικλή)…
Ο Περικλής είναι αραχτός στην πολυθρόνα και ακούει ράδιο.
Οι σκύλοι δίπλα του φαίνονται γλαρωμένοι.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Άμα τη γλιτώσω τώρα Λέων θα σας πάρω σπιτάκι
πλαστικό με όλα τα κομφόρ.
Το βράδυ θα είστε λυτοί να αλωνίζετε, να κοιμάμαι και εγώ με ασφάλεια.
Θα μάθεις να μη τρως από κανένα και ότι σου δίνουν δε θα το ακουμπάς.
Όχι όπως χτες που σου πέταξαν σουβλάκια και έφαγες και το αλουμινόχαρτο.
Ήθελα να ‘ξερα δεν σου κάθισε στο λαιμό;
Τα καταπίνεις και αμάσητα.
Να πεις κιόλας ότι σε αφήνω νηστικό;
Από το πρωί, 25 ευρώ μόνο για ξηρή τροφή έδωσα.
Με ξεβράκωσες.
Για κοίτα να μαζευτείς, να κάνεις και λίγο δίαιτα.

ΣΚΗΝΗ 66
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΒΡΑΔΥ – ΜΠΑΡ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ – ΣΑΚΗΣ – ΘΑΜΩΝΕΣ (ΚΟΜΠΑΡΣΟΙ)]
ΜΟΥΣΙΚΗ (του μαγαζιού σε όλη τη διάρκεια της ΣΚΗΝΗΣ)…
Στη μπάρα μπροστά στον Βασίλη κάθεται ο Σάκης.
ΣΑΚΗΣ: (μα ανήσυχο ύφος) Βασιλάκη πιάσε 2 τεκίλες, για μένα και μια
για σένα.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Πολύ βιαστικός φαίνεσαι.
Μπήκες μέσα σαν τον Τζο τον γρήγορο, θέλεις και 2 σφηνάκια μαζεμένα.
ΣΑΚΗΣ: Και ένα μπακάρτι κόκα για μετά.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (καθώς φτιάχνει τα ποτά) Τι έγινε;
ΣΑΚΗΣ: Μια η ώρα πρέπει να είμαι στο εργοστάσιο.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (εννοεί το εργοστάσιο) Και γιατί βιάζεσαι, φοβάσαι μη φύγει;
ΣΑΚΗΣ: (εννοεί την Κατερίνα, με ύφος απορίας) Και που να πάει;
ΒΑΣΙΛΗΣ: (εννοεί το εργοστάσιο) Συνήθως όταν φεύγουν πηγαίνουν
Βουλγαρία, Ρουμανία, Σκόπια.
ΣΑΚΗΣ: Για την Κατερίνα σου μίλαγα.
Έχω ραντεβού εκεί στις μια το βράδυ.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (κάνοντας τον σταυρό του) Δόξα σοι ο Θεός.
ΣΑΚΗΣ: Θα σου εξηγήσω.

ΣΚΗΝΗ 67
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΒΡΑΔΥ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΕΚΤΟΡΑ / ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΕΚΤΟΡΑΣ – ΜΠΡΑΒΟΣ 2]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Έκτορας είναι ξαπλωμένος πλάγια, διασωληνομένος με ορό και αίμα,
Η κάμερα δε δείχνει το πρόσωπό του σε όλη τη διάρκεια της σκηνής και η φωνή του ακούγεται παραποιημένη.
Ο Μπράβος 2 κάθεται στην καρέκλα δίπλα του
ΗΧΟΣ ΤΗΛΕΦΩΝΟΥ.
Ο Μπράβος 2 σηκώνεται από την καρέκλα, πηγαίνει κοντά στη συσκευή, κοιτάζει από την αναγνώριση κλίσης τον αριθμό και γρήγορα απαντάει.
ΜΠΡΑΒΟΣ 2: Ναι….ΠΑΥΣΗ
Μάλιστα θα του το πω….
(κλείνει το τηλέφωνο και κοιτώντας τον Έκτορα) Ο μεγάλος ήταν.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Τι ήθελε;
ΜΠΡΑΒΟΣ 2: (απορημένος) Είπε να σταματήσουμε αμέσως την
παρακολούθηση, δεν υπάρχει πρόβλημα και εγγυάται ο ίδιος γι αυτό.
Ακόμα να μη ενοχλήσουμε ξανά τον φύλακα και να μη ξαναπεράσουμε,
έστω και από τους διπλανούς δρόμους.
Το απαίτησε αυστηρά….
ΜΟΥΣΙΚΗ…

ΣΚΗΝΗ 68
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΒΡΑΔΥ - ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΣΑΚΗ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης οδηγώντας με την Κατερίνα δίπλα του, κοιτάζει πότε μπροστά,
πότε προς το μέρος της.
Εκείνη δείχνει φανερά προβληματισμένη και απορημένη κοιτάζοντας
μπροστά της με ένα διαφανές βλέμμα που εστιάζει στο βάθος του δρόμου.
ΣΑΚΗΣ: Ανησυχείς για κάτι;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Για πολλά, αλλά προς το παρόν με προβληματίζει ο Περικλής.
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελώντας) Μη προσπαθήσεις να τον εξερευνήσεις.
Έχει τόσες εκπλήξεις να σου προσφέρει για τη ζωή του που
περισσότερο θα μπερδευτείς παρά θα μάθεις.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (κοιτάζοντας τον Σάκη με ύφος απορίας) Δηλαδή;
ΣΑΚΗΣ: Είναι απρόβλεπτος όσον αφορά τις αντιδράσεις του.
Μπορεί να μιλάει με τους εργάτες στη γλώσσα τους και
ταυτόχρονα να κάνει μάθημα ανατομίας σε φοιτητές της Ιατρικής.
Έχει αστείρευτο χιούμορ που μέσα από το περίεργο ύφος του σε
κάνει να πιστεύεις ότι κάθε πρόβλημα, μικρό ή μεγάλο, λύνεται απλά,
χωρίς πολύ φιλοσοφία και κούραση.
Μέσα από το διάβασμα και τις εμπειρίες απλουστεύει τη ζωή του,
ενώ αντίθετα πολλοί άλλοι προβληματίζονται.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Είδα μια απλότητα αλλά και μια τεράστια γνώση και εμπειρία.
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελώντας) Δεν είδες τίποτα ακόμα.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (απορημένη) Άσε τώρα αυτό.
Αν μάθουμε κάτι δυσάρεστο από τις εφημερίδες, τι θα κάνουμε μετά;
ΣΑΚΗΣ: (χλομιάζοντας) Ας ελπίσουμε ότι δεν θα συμβεί κάτι τέτοιο.
(με ύφος χαρούμενο) Αν όλα πάνε καλά πάμε να πιούμε κανένα
ποτάκι στο μπαρ που δουλεύει ο Βασίλης;
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Είναι ο φίλος που θα έρθει και εκείνος αύριο στη ταβέρνα.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (χαμογελώντας) Πάμε, μου έχει λείψει η διασκέδαση…

ΣΚΗΝΗ 69
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ - ΜΠΑΡ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ – ΣΑΚΗΣ – ΚΑΤΕΡΙΝΑ – ΘΑΜΩΝΕΣ
(ΚΟΜΠΑΡΣΟΙ)]
ΜΟΥΣΙΚΗ (του μαγαζιού σε όλη τη διάρκεια της σκηνής)…
Η Κατερίνα τοποθετεί το σακάκι της στο ψηλό σκαμπό μπροστά στη
μπάρα και αφήνοντας πάνω σ’ αυτό τη τσάντα της γυρίζει προς το μέρος
του Βασίλη που την κοιτάζει χαμογελώντας.
ΣΑΚΗΣ: (κοιτώντας την Κατερίνα και προτείνοντας το χέρι του προς
τον Βασίλη) Από εδώ ο Βασίλης.
(προτείνοντας το χέρι προς την Κατερίνα) Η Κατερίνα.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (δίνοντας το χέρι στον Βασίλη χαμογελώντας) Χάρηκα.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (κάνοντας το ίδιο επίσης χαμογελώντας) Και εγώ.
(κοιτώντας τον Σάκη σοβαρά) Τι έγινε;
Η Κατερίνα κοιτάζει γύρω το μαγαζί και τον Σάκη δίπλα της.
ΣΑΚΗΣ: (μιλώντας σιγά) Η εφημερίδα γράφει ότι ούτε αυτόπτες
μάρτυρες υπάρχουν ούτε ίχνη που να δείχνουν ότι έχει
προηγηθεί διαμάχη, ώστε να δικαιολογούνται πυροβολισμοί.
Κροτίδες λένε ήταν, και το συμβάν θεωρείται ως μη γενόμενο.
Παρακολουθούν όμως το εργοστάσιο, μας είπε ο θυρωρός.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Νομίζω ότι απλά θέλουν να σιγουρευτούν.
Αν ήθελαν να κάνουν κάτι θα το είχαν κάνει μέχρι τώρα.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με ήρεμο ύφος) Σωστά, αλλά τι γίνεται τώρα;
ΒΑΣΙΛΗΣ: Δε θα γίνει τίποτα, ίσως συνεχίσουν να παρακολουθούν
για 2 ή 3 μέρες ακόμα, μετά όμως θα σας αφήσουν ήσυχους.
Εξάλλου καλό τους έκανε ο φύλακας, όχι κακό.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (κοιτώντας γελαστή τον Σάκη) Θα πιούμε τίποτα;
ΒΑΣΙΛΗΣ: (κοιτώντας και τους δύο) Πέστε μου τι θέλετε.

ΣΚΗΝΗ 70
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΒΡΑΔΥ- ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΑΥΛΗ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΣΚΥΛΟΙ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Περικλής αφήνει ένα κουβά με νερό μπροστά στους δύο σκύλους
και στέκεται όρθιος κοιτάζοντάς τους.
Οι σκύλοι πέφτουν με τα μούτρα στο νερό δείχνοντας ότι είναι πολύ διψασμένοι.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με ύφος αυστηρό) Λέων είσαι πολύ λαμόγιο σκύλος.
Έξι φορές έβαλα σήμερα νερό και δεν άφησες στάλα για την Λούση.
Το ρούφηξες στο φτερό.
Πάλι μπακαλιάρο σου δώσανε να φας;
Αυτός ο τσιμήσκουλας ο επιστάτης, τώρα σου φέρνει και τσιπούρες
για να σε καλοπιάνει και να λουφάρει.
Σε πήρανε χαμπάρι ρε ξεφτίλα.
Μου αρέσει που κάνεις και το δύσκολο.
Άμα είναι ιχθυοτροφείου δε τις τρως.
Το τηγανιτό γαβράκι όμως το καταπίνεις στο φτερό.
Τη βλέπω εγώ τη δουλειά.
Εσύ θα χαλάσεις και τις γάτες.
Ήδη οι μισές της περιοχής γαβγίζουν.

ΣΚΗΝΗ 71
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ - ΜΠΑΡ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ - ΣΑΚΗΣ - ΘΑΜΩΝΕΣ (ΚΟΜΠΑΡΣΟΙ)]
ΜΟΥΣΙΚΗ (του μαγαζιού σε όλη τη διάρκεια της σκηνής)…
Η Κατερίνα με τον Σάκη και τον Βασίλη, χαρούμενοι και ευδιάθετοι
τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους και πίνουν.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (αφού κάθεται στο ψηλό σκαμπό με τον Σάκη δίπλα της όρθιο) Κάνεις καιρό αυτή τη δουλειά Βασίλη;
ΒΑΣΙΛΗΣ: Περίπου 6 χρόνια.
Δεν έχω σκοπό βέβαια να τη συνεχίσω για πολύ ακόμα.
Πιστεύω σε δυο τρία χρόνια από τώρα να έχω ολοκληρώσει τις σπουδές μου και να έχω διοριστεί.
(κοιτώντας κάποιους πελάτες γύρω και μετά την Κατερίνα) Συγνώμη.
Ο Βασίλης πηγαίνει προς τους πελάτες.
Η Κατερίνα αφού σηκώνεται όρθια, αρχίζει να έρχεται πιο κοντά στον
αμέριμνο Σάκη που ξαφνικά την βλέπει σε απόσταση αναπνοής να
τον κοιτάζει στα μάτια και αρχίζει να ξεφυσάει.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (γλυκά) Θέλεις να με ρωτήσεις κάτι;
ΣΑΚΗΣ: (πίνοντας πρώτα μια γουλιά απ’ το ποτό του και με εμφανές τρακ) Ναι, αρκετά πράγματα.
Η Κατερίνα τον κοιτάζει στα μάτια αμίλητη, ενώ ο Βασίλης που φτιάχνει
ποτά μπροστά τους του γνέφει να της μιλήσει.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (προσηλωμένη στον Σάκη) Σε ακούω.
ΣΑΚΗΣ: (με ύφος αμηχανίας κοιτώντας πότε τον Βασίλη, πότε την Κατερίνα) Μήπως θέλεις εσύ να με ρωτήσεις πρώτη;
Η Κατερίνα χαμογελάει.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (χωρίς να βλέπει η Κατερίνα,  κουνώντας το δάκτυλο του χεριού του αριστερά δεξιά έχοντας ύφος επικριτικό) Τσι, τσι, τσι.
ΣΑΚΗΣ: (βλέποντας πρώτα την κίνηση του Βασίλη) Καλά μετά εσύ.
Ανοίγοντας όμως το στόμα και πριν προλάβει να βγάλει λέξη ακούγεται το κινητό της Κατερίνας πάνω στη μπάρα. ΗΧΟΣ ΚΙΝΗΤΟΥ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (αφού το κοιτάζει) Συγνώμη λίγο.
Κατευθύνεται προς την έξοδο με γρήγορα βήματα.
Ο Σάκης μένει άναυδος κοιτώντας τον Βασίλη.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Τώρα τι ήταν αυτό;
ΣΑΚΗΣ: Εσύ να μου πεις;
ΒΑΣΙΛΗΣ: (με προβληματισμένο ύφος) Δε νομίζω να παίζει σε
δυο ταμπλό, γιατί αν συμβαίνει αυτό θα είχε κλείσει το κινητό της.
Η Κατερίνα με το κινητό στο χέρι πλησιάζει από την έξοδο στον Σάκη.
Στέκεται όρθια μπροστά του κοιτώντας τον στα μάτια, ενώ εκείνος
παραμένει αμήχανος και αμίλητος.
Ο Βασίλης καθαρίζει αργά την μπάρα μπροστά του, κοιτώντας διακριτικά.            
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (σαν απολογούμενη) Μας διέκοψε το τηλεφώνημα,
αλλά έπρεπε να απαντήσω.
ΣΑΚΗΣ: (τραβηγμένος) Ήταν κάτι σημαντικό;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (αλλάζοντας έξυπνα συζήτηση) Νομίζω ότι ποιο σημαντικά
είναι αυτά που έχουμε να πούμε.
(καταλαβαίνοντας ότι τώρα έπρεπε εκείνη να κάνει την πρώτη κίνηση)
Πριν από ένα περίπου χρόνο βρέθηκα στο σπίτι του Γιώργου.
Ήταν μια τυπική επίσκεψη.
Γιόρταζε ο πατέρας του που είναι καλοί φίλοι με τον δικό μου και είχαμε
πάει οικογενειακώς.                        
Σε κάποιο καντράκι στο καθιστικό, που ο Γιώργος έχει τις αναμνηστικές
του φωτογραφίες, ήταν μια που είχε βγάλει στο λύκειο.
Ήσουν και εσύ σ’ αυτήν.
Είχες αυτή την έκφραση που έχεις και τώρα, με τη ματιά σου να εστιάζει
στον κόσμο που ονειρεύεσαι περισσότερο, παρά σ’ αυτόν που ζεις.
Σε ξεχώρισα αμέσως και κάποια στιγμή πίστεψα ότι πρέπει να σε γνωρίσω.
Βλέπω ότι μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία.        
Ο Σάκης χαμογελάει από ικανοποίηση και παίρνοντας το ποτό στα χέρια του, το ίδιο και η Κατερίνα, τσουγκρίζουν και πίνουν κοιτώντας ο ένας τον άλλο στα μάτια συνεχώς.
Η Κατερίνα κρατώντας το ποτό στο χέρι συνεχίζει, ενώ ο Σάκης την κοιτάζει στο στόμα αλλά και στα μαλλιά και στο πρόσωπο διαρκώς και έντονα.      
Είναι εκείνο το κάτι που σε κάνει καμιά φορά να νομίζεις ότι ξέρεις έναν άνθρωπο πολύ καιρό, ενώ δε τον έχεις συναντήσει ποτέ στη ζωή σου.
(χαμογελώντας) Νομίζω ότι δεν με ακούς.
Το άνοιγμα μιας σαμπάνιας από τον Βασίλη κάνει το ζευγάρι να γυρίσει
προς το μέρος του.        
 ΒΑΣΙΛΗΣ: (προσφέροντάς τους με χαμόγελο τα ποτήρια) Στην υγειά σας….

ΣΚΗΝΗ 72
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΒΡΑΔΥ- ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΑΥΛΗ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΣΚΥΛΟΙ]  
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Περικλής αδειάζει ένα κουβά με νερό εκεί που πίνουν οι σκύλοι.
Αυτοί δίπλα του περιμένουν καρτερικά.
Στέκεται όρθιος δίπλα στον Λέοντα, ενώ η Λούση πλησιάζει δειλά.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (απευθυνόμενος στον Λέοντα) Μωρή νεροφίδα αν δεν
σταθώ εδώ δε θα αφήσεις τη Λούση να πιει πάλι.      
Τον Νιαγάρα ήπιες από το πρωί.
Κανόνισε από αύριο να μη ξανακάνεις τα ίδια γιατί μου
περισσεύουν και δύο κιλά φάπες, μη στις ρίξω μαζεμένες.

ΣΚΗΝΗ 73
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΒΡΑΔΥ- ΜΠΑΡ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ - ΒΑΣΙΛΗΣ - ΘΑΜΩΝΕΣ (ΚΟΜΠΑΡΣΟΙ)]
ΜΟΥΣΙΚΗ (του μαγαζιού σε όλη τη διάρκεια της σκηνής)…
ΣΑΚΗΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (αφήνοντας τα ποτήρια της σαμπάνιας στην μπάρα
και κοιτώντας τον Βασίλη με μια φωνή) Ευχαριστούμε….  
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (απευθυνόμενη στον Σάκη με σκεπτικό ύφος) Έχω την
εντύπωση ότι περίμενε ο Βασίλης κάτι για ν’ ανοίξει τη σαμπάνια.
ΣΑΚΗΣ: (σοβαρά και σαν δείγμα μεγάλης ειλικρίνειας) Του έχω
μιλήσει για σένα, μάλιστα λίγο πριν συναντηθούμε στο εργοστάσιο πέρασα από εδώ και του είπα ότι μπορεί να σε έπειθα να έρθουμε για ποτό μετά.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Απ’ ότι βλέπω τίποτα δεν κρατάς για τον εαυτό σου.
Θέλεις τις σκέψεις και τις πράξεις σου να τις μοιράζεσαι.
Είναι επικίνδυνο ξέρεις αυτό, κυρίως για σένα.
ΣΑΚΗΣ: Είναι ο χαρακτήρας μου τέτοιος, καλός ή κακός αυτός είναι.
Ξέρω όμως ότι τις μοιράζομαι με τους κατάλληλους ανθρώπους και δεν
ανησυχώ τόσο.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Πολύ σημαντικό να δείχνεις, αλλά κυρίως να έχεις
εμπιστοσύνη στους γύρω σου.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (σαν να ήθελε να διακόψει τη συζήτηση) Σφηνάκια πίνουμε;  
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (χαμογελαστή) Βάλε Βασίλη.
(κοιτώντας στα μάτια τον Σάκη) Νομίζω ότι τώρα μου χρειάζεται
σφηνάκι και ποτό και χορός και ότι θέλεις εσύ.
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελαστός και συνεπαρμένος) Έχεις τόση διάθεση;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Ναι και είχα καιρό να αισθανθώ έτσι.
ΒΑΣΙΛΗΣ (ακουμπώντας τα σφηνάκια μπροστά τους) Στην υγειά μας.
Τσουγκρίζουν μεταξύ τους και πίνουν.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (αφήνοντας το ποτήρι στον πάγκο και απευθυνόμενη στον Βασίλη) Βασίλη αύριο στην ταβέρνα θα έρθει και ο φίλος σου ο Έκτορας;
ΒΑΣΙΛΗΣ: (μαζεύοντας τα ποτήρια) Και ο Τάκης με την Σούλα.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (κοιτώντας τον Σάκη και πλησιάζοντας κοντά του)
Θέλω πολύ να τους γνωρίσω.
Ο Σάκης περνάει το χέρι στον ώμο της και η Κατερίνα από πλάγια θέση
γέρνει ελαφρά το κεφάλι στον ώμο του Σάκη.
Ο Βασίλης γυρίζοντας ώστε να μη φαίνεται, κάνει το σταυρό του.

ΣΚΗΝΗ 74
ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΩΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ – ΣΟΥΛΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης στέκεται όρθιος μπροστά από την Σούλα δίπλα από την εξώπορτα.
Η Σούλα κοιτάζει τον Τάκη που ψάχνει στη τσέπη του με ύφος αφηρημένο.
ΤΑΚΗΣ: (ψάχνοντας) Ξεπατώθηκα στο κουβάλημα.
Τα βρήκες τελικά;
ΤΑΚΗΣ: Όχι.
ΣΟΥΛΑ: Πολύ αφηρημένος γύρισες;
Χάνεις τα κλειδιά, ξεχνάς να πάρεις ψωμί.
ΤΑΚΗΣ: (ψάχνοντας με ύφος αφηρημένο) Δε βρήκα δρόμο στο φούρνο μου. Ήταν όλοι κλειστοί.
ΣΟΥΛΑ: Άσε τα κλειδιά.
Πήγαινε τώρα και πάρε 3 μπουκάλια ψωμί και 2 φραντζολάκια νερό.
(φτύνοντας τον κόρφο της) Φτου, με κόλλησες πάλι.
ΣΟΥΛΑ: (αφού πίνει μια γουλιά καφέ) Ο Σάκης τι ήθελε 7.30 η ώρα το πρωί;
ΤΑΚΗΣ: (με ύφος νευρικό) Μπάλες.
Βγήκε με την Κατερίνα χτες και ανακάλυψε πρόβλημα.
Με θέλει στου Βασίλη σε λίγο .
Πήγαν στο μπαράκι και μετά βόλτα στη θάλασσα να μετρήσουν τις βάρκες.
ΣΟΥΛΑ: Τι ρομαντικό!
ΤΑΚΗΣ: (κοιτάζοντάς την άγρια  και με ειρωνικό ύφος) Τι ρομαντικό…
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Πηγαινοέρχεται νευρικά μπροστά στην Σούλα που τον κοιτάζει απορημένη.
Όλη η ρομάντζα μαζεμένη επάνω του είναι.
Έχει εκραγεί ο θυροειδής του από την αγαμία.
ΣΟΥΛΑ: Και τι ήθελες να κάνει, να την πάει κατευθείαν στο ξενοδοχείο;
Λες και η κοπέλα είναι καμιά απ’ αυτές που τον γυρόφερναν τόσο καιρό.
ΤΑΚΗΣ: (αφού σταματάει το νευρικό περπάτημα και κάθεται δίπλα της)
Είναι ερωτευμένος τώρα και δεν βλέπει την τύφλα του.
Κάποια στιγμή όμως πρέπει να καταλήξει και στο ξενοδοχείο.
Έτσι θα έκανε ένας φυσιολογικός άνθρωπος.
Έλα που αυτός δεν είναι φυσιολογικός.
Είναι ικανός να την πηγαίνει βαρκάδα μέχρι το 2050 χωρίς να της
ακουμπήσει το χέρι, αν δεν του το υπενθυμίσει εκείνη.
Και αν τη φιλήσει τώρα, για να φτάσει εκεί που πρέπει, θέλει άλλα 10 χρόνια.
Και μη τον ρωτήσεις ποια στάση του αρέσει στον έρωτα, γιατί σεξ δεν κάνει.
Το έχει ξεχάσει.
ΣΟΥΛΑ: (χαμογελώντας) Όλα έρχονται μόνα τους.
Το θέμα είναι ότι βρήκε μια καλή κοπέλα.
ΤΑΚΗΣ: (καθώς σηκώνεται με θυμωμένο ύφος) Κατεβαίνω στον Βασίλη.
ΜΟΥΣΙΚΗ…

ΣΚΗΝΗ 75
ΣΑΒΒΑΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΣΙΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ - ΣΑΚΗΣ - ΤΑΚΗΣ]
Ο Βασίλης ανοίγει την εξώπορτα απ’ όπου μπαίνει ο Τάκης.
ΤΑΚΗΣ: (καθώς στέκεται για λίγο όρθιος δίπλα στον Βασίλη) Σε ξύπνησε;
ΒΑΣΙΛΗΣ: (κλείνοντας την πόρτα με γελαστό ύφος) Είχα ξυπνήσει.
Με πήρε ο Έκτορας στο κινητό.
Δε θα μπορέσει να έρθει γιατί βγήκε ανακοίνωση για πρόοδο στον Γκαλουά και θα κάτσει σπίτι του να διαβάσει
Περπατούν αργά προς τον Σάκη που πηγαινοέρχεται με σκυμμένο κεφάλι.
ΤΑΚΗΣ: (ειρωνικά) Άυπνο έμεινες πουλάκι μου;
ΣΑΚΗΣ: (μένοντας ακίνητος και κοιτώντας τον Τάκη για λίγο) Α ήρθες…
Συνεχίζει το πηγαινέλα με γρήγορα και νευρικά βήματα, ενώ το κεφάλι
έχοντας στο πρόσωπό του μια έκφραση προβληματισμού.
Ο Τάκης με τον Βασίλη κάθονται και τον κοιτούν με ύφος απορίας.
ΤΑΚΗΣ: (με ύφος άγριο) Τώρα τι παριστάνεις πηγαινέλα;
ΣΑΚΗΣ: (αφού στέκεται ακίνητος κοιτώντας τον Τάκη με
προβληματισμένο ύφος) Έχω πρόβλημα.
ΤΑΚΗΣ: (κοιτώντας τον Βασίλη με ειρωνικό ύφος) Έχει πρόβλημα ο έφηβος.
(κοιτώντας τον Σάκη με το ίδιο ύφος) Και τι πρόβλημα έχεις;
Σου τελειώσανε τα προφυλακτικά και ντρέπεσαι να πας στο περίπτερο να πάρεις άλλα;
ΣΑΚΗΣ: (διστακτικά) Δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα με τις ωραίες γυναίκες.
Εχτές, αν δεν είχα τον Βασίλη από κοντά θα είχα κάνει ρεσιτάλ βλακείας.
ΤΑΚΗΣ: (ειρωνικά) Για την Κατερίνα πρόκειται κουμπάρε;
ΣΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Ε για ποιόν, για τον Πάπα της Ρώμης;
ΤΑΚΗΣ: (περιπαιχτικά) Να και τ’ αστειάκια.
(με άγριο ύφος) Ρε κοίτα να συνέλθεις που λάλησες από το πρώτο ραντεβού.
Δηλαδή ποιο είναι τώρα το πρόβλημα;
ΣΑΚΗΣ: Βλέπω ότι σοβαρεύει απότομα η σχέση και δεν ξέρω πώς να φερθώ.
Άσε που νομίζω ότι μούριξε υπονοούμενο σεξουαλικού περιεχομένου.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Δηλαδή;
ΣΑΚΗΣ: Να, μου είπε ότι θα μου αγοράσει κάτι να φορέσω.
Ο Τάκης πετάγεται απότομα από την καρέκλα του.
ΤΑΚΗΣ: (γλυκά) Τότε να το καλοπιάσεις το κορίτσι.
Να του μιλήσεις όμορφα και αντρικά.
(τραβώντας τον Σάκη που κοιτάζει απορημένος, τον βάζει να καθίσει στον καναπέ και κάθεται δίπλα του) Έλα να σου δείξω να μαθαίνεις.
Ο Βασίλης κοιτάζει γελώντας.
Πες τώρα ότι εγώ είμαι εσύ και εσύ η Κατερίνα.
Το κατάλαβες ή θέλεις να το ζωγραφίσω;
ΣΑΚΗΣ: Προχώρα, μ’ αρέσει.
ΤΑΚΗΣ: Αφού σ’ αρέσει κάτσε και ανάλογα, μη είσαι σα μπετατζής.
Ο Σάκης παίρνει θηλυπρεπές ύφος και μαζεύει τα πόδια του.
Ακουμπάει τα χέρια του στα γόνατα, ενώνει τις παλάμες και κοιτάζει συνεχώς τον Τάκη που κάθεται πιο κοντά ανεβοκατεβάζοντας τα φρύδια του.
ΣΑΚΗΣ: (αδελφίστικα) Σβήσε τα αλάρμ, ζαλίζομαι.
ΤΑΚΗΣ: (με πονηρό και γελαστό ύφος) Μήπως θέλεις μωρό μου
να σου δείξω τον Πινόκιο;
(κοιτώντας κάτω από την κοιλιά του και επιτακτικά) Πες ψέματα, πες ψέματα.
ΣΑΚΗΣ: (καθώς σηκώνεται απότομα όρθιος και με αδελφίστικο ύφος)
Α να χαθείς πρόστυχε.
Ο Τάκης με τον Βασίλη έχουν χυθεί από τα γέλια.
(φτύνοντας τον κόρφο του με άγριο ύφος και κοιτώντας τον Τάκη που γελάει)
 Κοίτα που θα μου βγει και το όνομα.

ΣΚΗΝΗ 76
ΣΑΒΒΑΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΣΟΥΛΑ - ΝΤΙΝΑΡΑ - ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης μπροστά από τον καθρέφτη κοιτάζει το στενό κουστούμι που φοράει,
ενώ δίπλα του η Σούλα βάζει κραγιόν στα χείλη της.
Φοράει ένα μίνι, όχι καυτό, με καλτσόν χοντρό από κάτω.
Η Ντινάρα καθιστή στον καναπέ βλέπει τηλεόραση.
ΤΑΚΗΣ: (κοιτώντας τον καθρέφτη και δυσανασχετώντας) Δε μου φέρνεις
τον κορσέ της Ντινάρας, δεν μου κάνει κανένα ρούχο πια.
ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ: Βόδι, βόδι…
ΤΑΚΗΣ: (κοιτώντας προς το κλουβί με θυμωμένο ύφος) Στην ταβέρνα θα
φάω και γαρδούμπα για να μάθεις.
Εσύ, νηστεία σιχαμερό πετεινό.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (κοιτώντας το πουλί με άγριο ύφος σιγοντάροντας τον Τάκη)
Και κοκορέτσι με τζατζίκι, ενώ εσύ τίποτα, για να σκάσεις.
(κοιτώντας τον Τάκη με συμπόνια) Εδώ που τα λέμε αγόρι μου είναι στενό.
Σαν τον Παστέλι τον Γάλλο είσαι, βγάλτο.
Άμα φας κιόλας εκεί στην ταβέρνα, θα σκάσεις.
ΤΑΚΗΣ: (κοιτώντας τη Σούλα) Θα ξεκουμπώσω το κουμπί και θα βγάλω
το πουκάμισο απ’ έξω.
ΣΟΥΛΑ: (με αυτοπεποίθηση) Πως με βλέπεις, σου αρέσω;
ΤΑΚΗΣ: Εσύ είσαι κούκλα, εγώ τι να κάνω που σε λίγο θα μπιστάω.
ΣΟΥΛΑ: (δείχνοντας την Ντινάρα) Θα σε κάνει ίδια της.
Τρώγε εσύ τον άπαχο και βλέπω σε λίγο καιρό στην τουαλέτα να χρησιμοποιείς και καθρεφτάκι.
ΤΑΚΗΣ: (νευριασμένος) Εσύ κοίτα μετά στο μπαρ μη πολυχορεύεις και μαζεύω τις ωοθήκες σου από το πάτωμα..

ΣΚΗΝΗ 77
ΣΑΒΒΑΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΣΑΛΟΝΙ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΛΑΖΑΡΟΣ - ΒΑΓΓΕΛΙΩ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λάζαρος με την Βαγγελιώ κάθονται στον καναπέ και βλέπουν τηλεόραση.
Ο Σάκης έρχεται κοντά τους βγαίνοντας από την κρεβατοκάμαρα.
Φοράει κουστούμι, είναι φρεσκοξυρισμένος και το άρωμα από την κολόνια του ευωδιάζει το χώρο.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (σηκώνεται μυρίζοντας) Τι ωραίο άρωμα φοράς;
Είσαι και πολύ κομψός μ’ αυτό το κουστούμι.
Πλησιάζει κοντά του, ενώ εκείνος χαμογελαστός, στέκεται ακίνητος
κοιτώντας την να τον γυροφέρνει και να τον σταυρώνει.
ΣΑΚΗΣ: Τι είναι κυρα Βαγγελιώ;
Σε ταβέρνα πάω, όχι στη ξενιτιά μετανάστης για να με σταυρώνεις.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Θα φάτε, ε;
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (με αυστηρό ύφος) Στη ταβέρνα πας για να φας.
Δεν πηγαίνεις για να μαζέψεις σαλιγκάρια.

ΣΚΗΝΗ 78
ΣΑΒΒΑΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΣΟΥΛΑ - ΝΤΙΝΑΡΑ - ΝΤΙΝΑ - ΧΡΗΣΤΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης κοιτάζεται στον καθρέφτη, ενώ η Ντινάρα βλέπει τηλεόραση.
Η Σούλα βγαίνει από το παιδικό και στέκεται δίπλα στον Τάκη.
ΣΟΥΛΑ: Τα παιδιά θέλουν πριν φύγουμε να τους πεις και ένα παραμυθάκι.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Εγώ;
ΣΟΥΛΑ: Εσύ καθάρισες με οινόπνευμα τις τράπουλες;
Σε λίγο θα έρθουν ο Λάζαρος με τη Βαγγελιώ.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (καθώς σηκώνεται απότομα) Δίκιο έχεις, πως το ξέχασα;
Κατευθύνεται γρήγορα στην κουζίνα.
ΣΟΥΛΑ: (χαμογελώντας) Είδες μόλις άκουσε για τράπουλα, εκτοξεύτηκε.
ΤΑΚΗΣ: (φτιάχνοντας το πουκάμισό του) Ευτυχώς γλίτωσα το παραμύθι.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (προβάλλοντας το κεφάλι απ’ την κουζίνα) Σούλα, είδες πουθενά τις τράπουλες;
ΤΑΚΗΣ: Στον καταψύκτη, δίπλα απ’ το πορτοφόλι και τη μασέλα σου.
Η μικρή Ντίνα ξεπροβάλλει με γρήγορα βήματα και ύφος θυμωμένο από το παιδικό, ενώ πίσω της ακολουθεί ο Χρήστος.
Σταματούν μπροστά από τον Τάκη, τον κοιτούν σταυρώνοντας συντονισμένα τα χέρια τους και κουνώντας νευρικά το δεξί τους πόδι.
ΤΑΚΗΣ: (με απορία, ενώ προσπαθεί να δέσει τη γραβάτα του) Τι θέτε;
ΧΡΗΣΤΟΣ: (απαιτητικά) Αφού δεν έχει παραμύθι, θέλουμε ταινία  ή…
ΝΤΙΝΑ: (διακόπτοντας με απαιτητικό ύφος) Το Φίφα.

ΣΚΗΝΗ 79
ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ- ΒΙΛΑ ΑΡΧΙΝΟΝΟΥ /  ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ - ΦΩΝΗ ΕΚΤΟΡΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Αρχινονός ξαπλωμένος στη γνωστή του θέση μιλάει μέσω ανοικτής ακρόασης με τον Έκτορα του οποίου η φωνή ακούγεται παραποιημένη.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Πρέπει αυτές τις μέρες να σου γνωρίσω ένα πολύ
σημαντικό πρόσωπο.
Είναι ένας παλιός καλός φίλος που γνώρισα πριν από πολλά χρόνια.
ΦΩΝΗ ΕΚΤΟΡΑ: Γιατί πρέπει να τον γνωρίσω;
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Γιατί θα σε βοηθήσει όταν χρειαστείς την ανάγκη του.
Έχει τρομερό μυαλό και μπορώ να σου πω ότι εδώ που είμαι
τώρα το χρωστάω σ’ αυτόν.
Ακόμα και την ίδια μου τη ζωή που τελευταία μάλιστα έσωσε,
με την έξυπνη συμβουλή και παρέμβασή του.
Αν δεν ήταν αυτός δεν θα υποψιαζόμουν τον γιατρό.
ΦΩΝΗ ΕΚΤΟΡΑ: Αυτός στον έδωσε;
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Αυτός μου άνοιξε τα μάτια.
Άργησα βέβαια να το καταλάβω, αλλά ευτυχώς δεν ήταν αργά για μένα.
ΦΩΝΗ ΕΚΤΟΡΑ: Πως λέγεται και που μένει;
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Θα τα μάθεις όλα στην ώρα τους.

ΣΚΗΝΗ 80
ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΣΚΥΛΟΣ - ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λέων γαβγίζει έντονα έξω από τo δωμάτιο του Περικλή.
Η πόρτα ανοίγει και βγαίνει ο Περικλής φορώντας μια ρόμπα .
Τα μαλλιά του είναι ανακατεμένα.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με ύφος άγριο) Ρε θα με αφήσεις να εκτελέσω τα καθήκοντά μου;
Ο σκύλος σταματάει το γάβγισμα και τον κοιτάζει.
Λύσσαξες από την ώρα που ήρθα, ζηλιάρη.
Σου είπα πρόσεχε την αυλή και εσύ θες να πάρεις μάτι.
ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ: Πέρρη μην αργείς…
ΠΕΡΙΚΛΗ: (γυρνώντας το κεφάλι προς την πόρτα) Έρχομαι.
(απευθυνόμενος στον Λέοντα με άγριο ύφος) Βλέπεις τι μου κάνεις;
Με κόβεις πάνω στο καλό.
Λύσσαξες που εγώ έχω πολλές και εσύ μόνο μία.
Πρόσεξε γιατί αν συνεχίσεις όλο το βράδυ έτσι, θα σου πάρω την Λούση
και θα σου φέρω χελώνα.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Περικλής μπαίνει στο δωμάτιο, ενώ ο Λέων κοιτάζει χωρίς να γαβγίζει.

ΣΚΗΝΗ 81
ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ – ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λάζαρος στέκεται μπροστά στο κλουβί και κοιτάζει τον Μάρκο.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Φουκαριάρικο πουλάκι!
Τόσα χρόνια σ’ ένα κλουβάκι, και δεν έχεις λαλήσει μέχρι τώρα.
(κοιτώντας γύρω) Τι να κάνω για να σ’ ευχαριστήσω;
Μήπως θέλεις να παίξουμε κρυφτό;
Κοίτα τι θα γίνει;
Σκεπάζει το κλουβί και κρύβεται πίσω από τον καναπέ.
(καθώς βγάζει το κεφάλι του) Μαρκούληηηη!...
ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ: Μαλάκαααα!...
Ο Λάζαρος παίρνει ένα ύφος απορίας…

ΣΚΗΝΗ 82
ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ- ΜΠΑΡ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΚΑΤΕΡΙΝΑ - ΣΟΥΛΑ - ΤΑΚΗΣ - ΣΑΚΗΣ - ΒΑΣΙΛΗΣ - ΜΠΑΡΜΠΑΣ - ΘΑΜΩΝΕΣ (ΚΟΜΠΑΡΣΟΙ)]
ΜΟΥΣΙΚΗ (του μαγαζιού)…
Η Σούλα με την Κατερίνα κάθονται στα ψηλά σκαμπό μπροστά από τη
μπάρα του Βασίλη και δίπλα τους  όρθιοι, ο Τάκης με τον Σάκη.
Ο Βασίλης μέσα από την μπάρα φτιάχνει τα ποτά τους.
Ο Μπάρμπας κάθεται λίγο πιο πέρα.
ΣΟΥΛΑ: (απευθυνόμενη στην Κατερίνα) Τον άπαχο φάγαμε στην ταβέρνα.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Ήταν όλα ωραία…
Ο Βασίλης τους σερβίρει τα ποτά.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Στην υγειά σας.
Τσουγκρίζουν μεταξύ τους και πίνουν από λίγο.
Ο Βασίλης εξυπηρετεί άλλους πελάτες.
ΤΑΚΗΣ: (μιλώντας σιγά) Δε μου λες ρε μονοφαγά, τι ήταν το δωράκι
που σου έδωσε η διχάλα;
ΣΑΚΗΣ: Δεν ξέρω τι έχει μέσα.
Είναι ένα μικρό κουτάκι από κοσμηματοπωλείο.
ΤΑΚΗΣ: Ξέχνα το σεξουαλικό υπονοούμενο.
ΣΑΚΗΣ: (μιλώντας σιγά) Πως την βλέπεις;
ΤΑΚΗΣ: (μιλώντας το ίδιο σιγά) Παρά είναι καλή.
Τέτοιες γυναίκες μέχρι να τις διπλαρώσεις πρήζεσαι.
Βλέπεις το αθώο παιδικό ύφος και δεν σε εμπνέει να ορμήξεις.
ΣΑΚΗΣ: Αυτό μου αρέσει, όχι το κρεβάτι που σκέπτεσαι εσύ.
ΤΑΚΗΣ: Εγώ σκέπτομαι. και την ρομάντζα και το κρεβάτι.
ΣΑΚΗΣ: Κάθε τι στην ώρα του.
ΤΑΚΗΣ: Ακριβώς, όχι το κρεβάτι μετά από 6 μήνες.
ΣΑΚΗΣ: Είναι νωρίς ακόμα για τέτοια, εξάλλου αυτό είναι μπιμπελό
και θέλει προσοχή.
ΤΑΚΗΣ: (κουνώντας τη δεξιά χούφτα του πάνω κάτω) Ενδοπαλλαμική πεοπαλινδρόμιση ξέρεις
τι θα πει;
Όχι να γίνω και αυτοδίδακτος εραστής για να μη σπάσει το μπιμπελό.
Ρε σε βλέπω να το ρίχνεις στη ξεπέτα με εκείνες τις κουλτουριάρες που
είχες μπλέξει τότε που το μυαλό τους δουλεύει περισσότερο στο κρεβάτι.
Και όπως είσαι άνθρωπος που θέλει να ακούει και να μαθαίνει, θα σου δώσουν το πτυχίο αυτές, όχι το πανεπιστήμιο και θα ξεχάσεις έρωτες και ειδύλλια.
ΣΑΚΗΣ: (με τουπέ) Εγώ θα μείνω πιστός.
ΤΑΚΗΣ: Ότι θα μείνεις είναι σίγουρο, αλλά με το κινητό στο χέρι
που έχει και δόνηση.
(διστακτικά) Που ξέρεις, μπορεί να σου αρέσει κιόλας.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (γυρίζοντας προς τον Τάκη και τον Σάκη) Αύριο έχουμε διάβασμα.

ΣΚΗΝΗ 83
ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΝΤΙΝΑΡΑ – ΒΑΓΓΕΛΙΩ – ΛΑΖΑΡΟΣ – ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λάζαρος, η Βαγγελιώ και η Ντινάρα κάθονται γύρω από το τραπέζι κοιτώντας με προσοχή τα τραπουλόχαρτα που κρατούν στα χέρια τους.
Η χοντρή πράσινη τσόχα που το κρύβει έχει επάνω της ποτήρια με ουίσκι και ένα μπουκάλι απ’ αυτό, νεροπότηρα, μπολ με ξηρούς καρπούς, πιατέλα με φρούτα  και ένα μπολ με παγάκια.
ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ: (σπάζοντας τη σιωπή) Μούρη, μούρη…
ΛΑΖΑΡΟΣ: (με άγριο ύφος) Ρε γουρσουσλεμέ, ψωριάρη δε φοβάσαι μη
σε μαδήσω;
(απευθυνόμενος στην Ντινάρα) Πολύ μου τη δίνει ο ασχημομύτης.
Τον λυπήθηκα κιόλας και πήγα να παίξω μαζί του.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Σε μας να δεις τι λέει που μας περνάει γενεές πάσες.
Και που το καταλαβαίνει ο κερατάς ότι δε φοράω μασέλα και όταν περνάω
από μπροστά του αρχίζει «Πθτ, πθτ»…

ΣΚΗΝΗ 84
ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ - ΜΠΑΡ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΣΑΚΗΣ - ΒΑΣΙΛΗΣ - ΣΟΥΛΑ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ - ΜΠΑΡΜΠΑΣ - ΘΑΜΩΝΕΣ (ΚΟΜΠΑΡΣΟΙ)]
ΜΟΥΣΙΚΗ (του μαγαζιού)…
Ο Τάκης στέκεται όρθιος δίπλα στην Σούλα που κάθεται στο σκαμπό.
Έχει περάσει το χέρι του απαλά στον ώμο της.
Σε παρόμοια στάση δίπλα τους ο Σάκης με την Κατερίνα.
Ένας τύπος (κομπάρσος) έρχεται κοντά τους και αρχίζει να χορεύει ένα
ζεϊμπέκικο.
Ο Μπάρμπας σηκώνεται από το σκαμπό και του κτυπάει παλαμάκια.
Ο Τάκης κοιτάζει την Σούλα και η Σούλα τον Τάκη με ύφος διερευνητικό.
ΤΑΚΗΣ: (με αυστηρό ύφος) Μη διανοηθείς, το μωρό θα νομίζει ότι
γίνεται σεισμός.
ΣΟΥΛΑ: (με ύφος παρακαλετό) Μόνο μια στροφή.
Έγκυος είμαι, όχι ανάπηρη.
ΤΑΚΗΣ: (συμπονετικά) Κάνε υπομονή, μόλις γεννήσεις θα σε φέρνω
κάθε βράδυ και χόρευε όσο θέλεις.
ΣΟΥΛΑ: (με συγκαταβατικό ύφος) Εντάξει, χόρεψε εσύ όμως.
ΤΑΚΗΣ: (με τουπέ) Μπάλες, με στενεύει ο κορσές.
Το τραγούδι αλλάζει.
Ένα γρήγορο χασαποσέρβικο κάνει τον Σάκη με την Κατερίνα να σηκωθούν εκεί μπροστά και να αρχίσουν το χορό.
(με ειρωνικό ύφος) Κοίτα το γαμοζεύγαρο…
Η Κατερίνα  στην πρώτη στροφή τραβάει τον Τάκη που μπαίνει στον ρυθμό αμέσως και κάνει τον Βασίλη, την Σούλα  να χτυπούν παλαμάκια ρυθμικά.

ΣΚΗΝΗ 85
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ]
ΜΟΥΣΙΚΗ (κλασική από CD player του Περικλή)…
Ο Περικλής κάθεται στην αναπαυτική του πολυθρόνα κρατώντας ένα φλιτζάνι καφέ και συνομιλεί μέσω ανοικτής ακρόασης του κινητού  με τον φίλο του.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Έφυγε αργά το μωρό;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με απάθεια) Τώρα πριν από λίγο.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Καλά πως τις καταφέρνεις δεν μπορώ να το καταλάβω.
Προχτές μόλις την γνώρισες και πρόλαβες να την κολατσίσεις.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Διαλέγω αμέσως και γρήγορα.
Αν ανταποκριθεί έχει καλώς, αλλιώς πάω γι άλλα.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Και πότε της τον σφύριξες;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Αν εξαιρέσεις τις διακοπές να συνετίσω τον αλήτη το σκύλο,
όλο το βράδυ.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Και άντεξες;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Σου έχω πει και άλλες φορές ότι το παπαρομάτζουνο κάνει δουλειά, εσύ δεν θέλεις να το πάρεις.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Λες να το δοκιμάσω και εγώ;
Δεν πιστεύω να με δουλεύεις;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Αν δεν θεραπεύσεις την αρρώστια που σε δέρνει,
δεν θα βρεις γυναίκα να σου κάτσει.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Ποια αρρώστια;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Το σύνδρομο του γαϊδάρου.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Τι, έχω τέτοιο πράγμα και δεν το ξέρω;
Μήπως πρέπει να πάω στον γιατρό;
Και πως λέγεται αυτό το σύνδρομο;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Αδυναμία επιλογής λέγεται.
Είναι σαν να έχεις έναν γάιδαρο διψασμένο και νηστικό ανάμεσα από ένα κουβά νερό και έναν κουβά φαΐ.
Δεν θα διαλέξει κανέναν και θα πεθάνει από τη δίψα ή την πείνα.
Έτσι και εσύ, έχεις δύο μωρά από δίπλα σου και μένεις στα λόγια.
Μέχρι να περάσεις στο προκείμενο στην έχουν κάνει και μένεις με το….
κινητό στο χέρι, μου έκανες και μαθήματα επίθεσης.

ΣΚΗΝΗ 86
ΚΥΡΙΑΚΗ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ - ΜΠΑΡ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ - ΜΠΑΡΜΠΑΣ - ΘΑΜΩΝΕΣ (ΚΟΜΠΑΡΣΟΙ)]
ΜΟΥΣΙΚΗ (του μαγαζιού)…
Ο Βασίλης καθαρίζει την μπάρα στο σημείο που πριν κάθονταν ο Τάκης με
την Σούλα, την Κατερίνα και τον Σάκη.
Από την έξω μεριά κάθεται ο Μπάρμπας και λίγοι θαμώνες.
Ο Μπάρμπας βγάζει από το σακάκι τον αναπτήρα του μαζί με το μενταγιόν.
Κοιτάζει το μενταγιόν με απορία και σαν ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ θυμάται τη σκηνή
όπου το μάζεψε από το πάτωμα.
ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΑΝΟΥ (ΙΔΙΟΣ ΧΩΡΟΣ)
Όλοι ακόμα και ο Μπάρμπας την κοιτούν βαρώντας παλαμάκια.
Ο Έκτορας δεν καταλαβαίνει ότι από το κάτω μέρος του πουκαμίσου πέφτει
το μενταγιόν που φοράει, κάτι που βλέπει όμως ο Μπάρμπας και με επιδέξιο τρόπο το παίρνει βάζοντάς το στη τσέπη του
ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΑΝΟΥ (ΙΔΙΟΣ ΧΩΡΟΣ)
Ο Μπάρμπας με ένα απότομο τίναγμα του κεφαλιού επανέρχεται σε κανονικό χρόνο και με γρήγορες κινήσεις ανοίγει το μενταγιόν.
Το κοιτάζει και μετά από μια έκπληξη στο πρόσωπό του, το ύφος του αλλάζει.
Παγώνει και νιώθει έναν κόμπο στο λαιμό.
Ξεκουμπώνει το πουκάμισο και νιώθει ότι χάνει τον κόσμο γύρω του.
Χάνει τις αισθήσεις του και λιγοθυμάει με το κεφάλι του να πέφτει πάνω στη μπάρα ενώ τα χέρια του κρέμονται σαν παραλυμένα.
Πάνω στο πεσμένο κεφάλι του ΜΙΞΑΡΕΤΑΙ η εικόνα και ο ήχος ενός ασθενοφόρου που τρέχει.

ΣΚΗΝΗ 87
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ – ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΓΙΑΤΡΟΥ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΓΙΑΤΡΟΣ (ΗΘΟΠΟΙΟΣ) - ΒΑΣΙΛΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Βασίλης στέκεται με τον γιατρό όρθιος μπροστά από το γραφείο.
ΓΙΑΤΡΟΣ: Είστε συγγενείς του;
ΒΑΣΙΛΗΣ: Όχι, απλά είναι πελάτης στο μαγαζί που δουλεύω.
ΓΙΑΤΡΟΣ: Ξέρετε η κατάστασή του είναι κρίσιμη.
Μπορεί από ώρα σε ώρα να επέλθει το μοιραίο.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (με θλιμμένο ύφος) Ρε τον φουκαρά.
ΓΙΑΤΡΟΣ: Από τα στοιχεία της ταυτότητάς του, στείλαμε την αστυνομία στο σπίτι του.
Εκεί μια γειτόνισσα είπε ότι ο άνθρωπος ζει μόνος του χωρίς συγγενείς.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Δεν υπάρχει καμιά ελπίδα;
ΓΙΑΤΡΟΣ: Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή.
Πέρασε ένα ισχυρό έμφραγμα και οι επόμενες ώρες θα δείξουν αν αντέξει
και πόσο δυνατή είναι η κράση του.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Μα πως στα καλά του καθουμένου το έπαθε;
Μιλούσαμε, ήταν ευδιάθετος και δε φάνηκε ότι έχει κάτι.
ΓΙΑΤΡΟΣ: Συνήθως και ένα μεγάλο σοκ μπορεί να προκαλέσει έμφραγμα.
(βγάζοντας από την τσέπη του το μενταγιόν και δίνοντάς το στον Βασίλη) Αυτό είδαμε και πάθαμε να το αποσπάσουμε από το χέρι του.
Κρατήστε το αφού είστε και ο μοναδικός που ενδιαφέρεται.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (παίρνοντας το μενταγιόν) Μπορώ να τον δω;
ΓΙΑΤΡΟΣ: Θα έλεγα όχι.
Είναι στην εντατική τώρα και θα ήταν καλύτερα από αύριο το πρωί,
αν τα καταφέρει να ζήσει μέχρι τότε.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Ευχαριστώ γιατρέ.
Κοιτώντας το μενταγιόν, βγαίνει από το γραφείο του γιατρού και προχωρώντας στο διάδρομο του νοσοκομείου με ύφος σκεπτικό, απότομα κοντοστέκεται.
(μονολογώντας μετά από μια ξαφνική λάμψη που δείχνει ότι διαπέρασε τη μνήμη του) Είναι το μενταγιόν του Έκτορα.

ΣΚΗΝΗ 88
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Περικλής καθισμένος στην αναπαυτική του πολυθρόνα κρατώντας
στο χέρι ένα ποτήρι γάλα ακούει το κινητό του να χτυπάει.
Απαντάει βάζοντας ανοικτή ακρόαση.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (αφού βλέπει ποιος καλεί) Τι είναι πάλι;
Σε όλη τη διάρκεια της σκηνής ο φίλος του θυρωρού μιλάει σιγά.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Πέρρη, θέλω βοήθεια.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Τι βοήθεια θέλεις;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Να, έφερα τα δυο μωρά σπίτι να δούμε DVD.
Είδαμε δυο ταινίες.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Αισθηματικές;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Αισθησιακές.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Συνέχισε.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Τα μωρά άρχισαν να ζεσταίνονται.
Είχα βάλει και φουλ το καλοριφέρ, πλακώσανε και τα ουισκάκια.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Το πρόβλημα που είναι;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Το πρόβλημα είναι στο χιόνι.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Έχουν αλλεργία σ’ αυτό;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Όχι άκουσέ με και δεν έχω χρόνο.
Αφού φουντώσανε άρχισαν να βγάζουν τα ρούχα τους.
Να τα μπλουζάκια, να οι φούστες.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με ανυπόμονο ύφος) Έβγαλαν και το….
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Όπως τις γέννησε η μάνα τους.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Ρε μονοφαγά και δεν είπες τίποτα;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Που να το φανταστώ ότι θα χιονίσει;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με θυμωμένο ύφος) Και τι δουλειά έχει το χιόνι;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: (με άγριο ύφος) Πως δεν έχει.
Μετά από δυο ώρες ερωτικών περιπτύξεων βρήκα δικαιολογία τη δουλειά
για να τις διώξω.
Κλάφτηκα ότι πρέπει να πάω και αφού με τα πολλά τις έπεισα,
ετοιμάστηκαν να φύγουν.
Αλλά πώς να φύγουν που έξω δεν κυκλοφοράει τίποτα;
Κάτι κογιότ  και δύο αλεπούδες είδα μόνο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Δηλαδή ακόμα εκεί είναι;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Ναι γι αυτό μιλάω σιγά.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Είναι κοντά σου;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Είναι στο μπάνιο.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Και τι φοβάσαι;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Ρε, ετοιμάζονται να με φάνε.
Η μία είχε 3 μήνες να πάει με άντρα.
Δούλευε αποκλειστική σε νοσοκομείο από το πρωί μέχρι το βράδυ
ώσπου αγανάχτησε και παραιτήθηκε.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Η άλλη;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Άστα.
Η άλλη έχει ένα σύνδρομο ανσανσεροφοβίας.
Αν κλειστεί εκεί για να ξεπεράσει το φόβο της πρέπει λέει να κάνει έρωτα
10 ώρες συνεχόμενες και τουλάχιστον με δυο άντρες.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Μη μου πεις ότι αποκλείστηκε στο ασανσέρ σου;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: (ξεφυσώντας) Δυστυχώς, την ώρα που ανέβαιναν.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Θα μου πεις πότε θα έρθει πάλι για να το χαλάσω;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Δεν είναι αστείο.
Μέχρι η πυροσβεστική να την βγάλει, τσίριζε συνεχώς.
Μόλις μπήκε στο διαμέρισμα άρχισε να με κοιτάζει σαν ξερολούκουμο,
μέχρι που στη δεύτερη ταινία δεν άντεξε και μου όρμηξε.  
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Για φαντάσου να τσιρίζει και στο κρεβάτι και να νομίζει η πολυκατοικία ότι χάλασε το ασανσέρ;
Και τώρα κάνουν μπάνιο;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Ναι και ετοιμάζονται για δεύτερο γύρο.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Ωχ, αφυδάτωση ξέρεις τι θα πει;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Εσύ ξέρεις τι θα πει αλλαγή φίλου;
ΜΟΥΣΙΚΗ…
(θλιμμένα) Το έχασα φίλε.
Μόνο με τσιμπιδάκι των φρυδιών το πιάνω.
Με μεγενθυτικό φακό και δεν το βλέπω.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Ας πρόσεχες.
Σε είχα προειδοποιήσει ότι χρειάζεσαι ρεκτιφιέ.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Ρε κοντοπούτανε και ο Γκουσγκούνης να ήμουν, δεν θα
τα έβγαζα πέρα με τις λυσσάρες.
Γι αυτό κοίτα να έρθεις γρήγορα μήπως και γλιτώσω την αφαίμαξη.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Θα σου κάνω τη χάρη και θα θυσιαστώ.
Σε 5 λεπτά είμαι εκεί.
Καλά που με άκουσες τότε και νοίκιασες σπίτι κοντά μου.

ΣΚΗΝΗ 89
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΓΓΕΛΙΩ – ΛΑΖΑΡΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λάζαρος όρθιος μπροστά στην μπαλκονόπορτα βγάζει το κινητό του,
σχηματίζει έναν αριθμό και περιμένει με το ακουστικό στο αφτί…
Έλα ρε ζωύφιο που είσαι; ΠΑΥΣΗ
Περπατάς στο δρόμο μ’ αυτό το χιόνι; ΠΑΥΣΗ
Ελπίζω ν’ αξίζει τον κόπο… ΠΑΥΣΗ
(με απορία) Δεν κατάλαβα, πας να αδειάσεις την σπονδυλική σου στήλη είπες ή παράκουσα; ΠΑΥΣΗ
(με άγριο ύφος) Μην αδειάσει και η φαιή σου ουσία και αποβλακωθείς τελείως λέω εγώ… ΠΑΥΣΗ
(με άγριο ύφος) Εσύ ρε πρέπει να γεννήθηκες σε οίκο ανοχής,
δεν εξηγείται αλλιώς… ΠΑΥΣΗ
Δηλαδή θα βοηθήσεις τον φίλο σου κάνοντας  όργια στο άντρο
της ακολασίας; ΠΑΥΣΗ
Καημένε μου κοίτα μη κολλήσεις καμιά (γυρίζοντας το κεφάλι και
βλέποντας την Βαγγελιώ να τον κοιτάζει απορημένη, παίρνει ύφος γλυκό)
παιδική αρρώστια Περικλάκη μου… ΠΑΥΣΗ
Όχι αγοράκι μου, ξέρω εγώ τι λέω…
Η Βαγγελιώ αποχωρεί στην κουζίνα.
(παίρνοντας πάλι άγριο ύφος) Και πρόσεχε κοντοστούπικο παράσιτο
μην έρθουν στο εργοστάσιο με τα μωρά αγκαλιά και ζητάνε αναγνώριση γιατί τότε είναι που θα σε στείλω στο Ταμ Τουμ να ξύνεις πιθήκια… ΠΑΥΣΗ
Το εργοστάσιο θα μείνει αύριο κλειστό.
Ειδοποίησε το προσωπικό, κάνε και κάτι άλλο σοβαρό στη ζωή σου…

ΣΚΗΝΗ 90
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ - ΒΑΓΓΕΛΙΩ - ΣΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης με την Βαγγελιώ κάθονται στον καναπέ και κοιτάζουν με απορία
τον Λάζαρο που έρχεται από το δωμάτιό του κρατώντας ένα σακίδιο ταξιδιού.
ΣΑΚΗΣ: (με ανακριτικό ύφος) Για που τόβαλες;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (χαμογελαστός) Πάω για κυνήγι.
ΣΑΚΗΣ: Μ’ αυτό τον καιρό;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (χαμογελαστός) Τώρα βγαίνουν τα αγριογούρουνα.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (καθώς έρχεται από κουζίνα χαμογελώντας)
Ψάχνει να βρει τις ρίζες του.                                                      
ΛΑΖΑΡΟΣ: (αγριοκοιτάζοντας την Βαγγελιώ) Στη Ρώμη θα πάω.
ΣΑΚΗΣ: (με χαρούμενο ύφος) Κλείσαμε τη μεγάλη δουλειά;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (καμαρώνοντας) Τι νομίζεις θα μου ξέφευγε.
ΣΑΚΗΣ: Και πως θα πας;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Μπορείς να με πας στο αεροδρόμιο τώρα;
ΣΑΚΗΣ: Έξω χιονίζει.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Το τζιπ πάει παντού.
ΣΑΚΗΣ: (διστακτικά) Ξέρεις… έλεγα σήμερα να έφερνα την Κατερίνα
στο σπίτι, να γνωρίσει και την κυρά Βαγγελιώ.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (με χαρούμενο ύφος) Δηλαδή…
ΣΑΚΗΣ: Λέω ότι τα μπλέξαμε και εγώ το βλέπω σοβαρά.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Εκείνη;
ΣΑΚΗΣ: Νομίζω και εκείνη.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Να την φέρεις και να την κλειδώσετε μέχρι αύριο που θα έρθω.

ΣΚΗΝΗ 91
ΔΕΥΤΕΡΑ ΒΡΑΔΥ - ΒΙΛΑ ΑΡΧΙΝΟΝΟΥ / ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ - ΜΠΡΑΒΟΣ 1 - ΛΑΖΑΡΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Αρχινονός όρθιος κοιτάζει την πόρτα που ανοίγει ο Μπράβος 1.
Ο Αρχινονός χαμογελάει βλέποντας τον Λάζαρο να μπαίνει στο δωμάτιο.
Ο Λάζαρος χαιρετάει αγκαλιάζοντας τον Αρχινονό ενώ ο Μπράβος 1 παραμένει αμίλητος και ανέκφραστος μπροστά στην πόρτα.
Ο Λάζαρος μπροστά στον χαμογελαστό Αρχινονό κοιτάζει το δωμάτιο διερευνητικά και σχολαστικά περπατώντας αργά προς το εσωτερικό του.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Πως σου φαίνεται;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Όπως μου το περιέγραψες.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Πάμε να σου δείξω το υπόλοιπο σπίτι.

ΣΚΗΝΗ 92
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ –
                                          ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΓΓΕΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΣΑΚΗΣ - ΒΑΓΓΕΛΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης κάθεται στον καναπέ και κρατάει ένα μεγάλο φλιτζάνι με καφέ.
Ο Τάκης όρθιος μπροστά του και ανήσυχος τον κοιτάζει με ύφος άγριο.
ΤΑΚΗΣ: Καλά άφησες την Κατερίνα με τη Βαγγελιώ και ξεκουμπίστηκες;
ΣΑΚΗΣ: (με απάθεια) Αφού είναι και η Σούλα με την Ντινάρα.
Κέρδισε αμέσως τη θειά μου.
Εδώ μου είπε «Αλέ, τράβα στον κουμπάρο σου για καφέ».
Ο Τάκης κουνώντας το κεφάλι κατευθύνεται προς την μπαλκονόπορτα.
ΤΑΚΗΣ: (κοιτώντας απέναντι με ύφος απορίας) Αυτός ούτε κρύο,
ούτε ζέστη καταλαβαίνει.
ΣΑΚΗΣ: Ποιος;
ΤΑΚΗΣ: Ο απέναντι.
Είναι γυμνός από τη μέση και πάνω και παίζει τη βιόλα του.
ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΑΝΟΥ (ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΓΓΕΛΗ)
Η κάμερα από το παράθυρο με τις τραβηγμένες κουρτίνες δείχνει τον Βαγγέλη
γυμνό από τη μέση και πάνω να παίζει το βιολί του.
ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΑΝΟΥ (ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ)
Ο Τάκης πλησιάζει προς τον Σάκη έχοντας ύφος ανήσυχο και στέκεται όρθιος μπροστά του.
ΤΑΚΗΣ: (νευρικά) Χιονίσει.
Πρέπει να σηκώσουμε το παρμπρίζ από τους καθαριστήρες.
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελαστός) Έχεις άγχος;
ΤΑΚΗΣ: (με τουπέ) Μπάλες.
(κουνώντας πάνω κάτω τον αριστερό του ώμο) Δεν μπορώ και εγώ να
κάνω ένα λάθος.
ΣΑΚΗΣ: (δείχνοντας τον ώμο του Τάκη) Τώρα έχεις το τικ του Μητσοτάκη.
ΤΑΚΗΣ: (με νευρικό ύφος) Με σένα που έμπλεξα και λίγα τραβάω.
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελώντας) Άσχετο, με τι έλουσες τα μαλλιά σου και γυαλίζουν;
ΤΑΚΗΣ: (καθώς κάθεται με ύφος άγριο και κοφτά) Με λουλάκι.
Πρέπει να ξεκινήσουμε νωρίς το διάβασμα.

ΣΚΗΝΗ 93
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΟΥΛΑ – ΣΑΚΗΣ – ΤΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Σούλα με τον Σάκη κάθονται στον καναπέ κρατώντας από μια κούπα καφέ.
ΣΟΥΛΑ: Την έχει κερδίσει την Βαγγελιώ η Κατερίνα.
Τώρα φτιάχνουν μαζί μουσακά.
ΤΑΚΗΣ: (τρέχοντας από την κρεβατοκάμαρα της Ντινάρας προς την μπαλκονόπορτα) Πάω να σηκώσω το μπαλκόνι από τις τέντες.
Χιονίζει πολύ.
ΣΑΚΗΣ: (αδελφίστικα και με τουπέ) Θα μου κρυώσεις.
ΤΑΚΗΣ: (φρενάροντας στέκεται μπροστά του και με αδελφίστικο ύφος)
Σου έχω πει ότι έχεις ωραία πόδια;
Κάθε πότε τ’ ανοίγεις;
ΣΑΚΗΣ: (αδελφίστικα) Για σένα όλο το 24ωρο.
ΤΑΚΗΣ: (ειρωνικά) Όπεν 24…
Ο Τάκης κατευθύνεται προς το μπαλκόνι.
Η Σούλα γελάει, ενώ ο Σάκης χαμογελαστός πίνει μια ρουφηξιά καφέ.
ΣΑΚΗΣ: Τον γουστάρω γιατί είναι ετοιμόλογος, ανοικτός και χαρούμενος ακόμα και όταν έχει πρόβλημα.
Είσαι τυχερή, (αδελφίστικα) σε ζηλεύω.
ΣΟΥΛΑ: (αλλάζοντας συζήτηση και με σοβαρό ύφος) Αλήθεια πες μου
τι γίνεται με την Κατερίνα;
ΣΑΚΗΣ: (εξίσου σοβαρά) Προς το παρόν συζητάμε.
ΣΟΥΛΑ: Έχετε προχωρήσει σε κάτι;
ΣΑΚΗΣ: Πότε να προλάβουμε.
Μόνο φιλάκια και αγκαλίτσες κι αυτά με φόβο μη μου ρίξει κανένα δακτυλιδοχάστουκο.
Εξάλλου δεν είναι τρεις μέρες που τα μπλέξαμε.
ΣΟΥΛΑ: (χαμογελώντας) Δείχνει ότι σε θέλει και αυτό εμείς οι απέξω το βλέπουμε καλύτερα όπως βλέπουμε ότι ταιριάζετε σε πολλά.
ΣΑΚΗΣ: Έχω καταλάβει όμως ότι πίσω από αυτό που δείχνει,
κάτι σημαντικό την απασχολεί.
ΣΟΥΛΑ: Προσπάθησε να την βοηθήσεις να σου ανοίξει την καρδιά της.
Εσύ έχεις την υπομονή ν’ ακούς και να μη βουτάς.
(κοιτώντας προς τον Τάκη) Μια ψυχή δεν βαστιέται με τίποτα.
ΜΟΥΣΙΚΗ…

ΣΚΗΝΗ 94
ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΑΣΑΝΣΕΡ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ - ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΩΝΗ]
ΜΟΥΣΙΚΗ (σε συνέχεια από ΣΚΗΝΗ 94)…
Ο Περικλής, βαριά ντυμένος - φορώντας και σκούφο - κλείνει
την πόρτα του ασανσέρ και πατάει ένα κουμπί.
Το ασανσέρ αρχίζει ν’ ανεβαίνει, ενώ εκείνος βγάζει το σκούφο και το
παλτό που φοράει.
Το ασανσέρ απότομα σταματάει.
Ο Περικλή συνειδητοποιώντας ότι υπάρχει πρόβλημα πατάει το ένα κουμπί πίσω απ’ τ’ άλλο με ανησυχία.
Το πρόσωπό του σκοτεινιάζει, ενώ δείχνει ότι αρχίζει να κρυώνει.
Με χέρια τρεμάμενα βγάζει το κινητό από τη τσέπη και σχηματίζει
έναν αριθμό βάζοντας ανοικτή ακρόαση.
Περιμένει μέχρι να καλέσει τον αριθμό τρέμοντας.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Που είσαι σωτήρα μου;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (τρέμοντας από το κρύο και το φόβο) Στο ασανσέρ.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Ανεβαίνεις;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με το ίδιο ύφος) Θα το ήθελα, αλλά προς το παρόν είναι αδύνατο.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Γιατί, τι έπαθες;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (ψευδίζοντας από το κρύο) Κοκοκόλλησε.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: (φωνάζοντας δυνατά) Κόλλησε το ασανσέρ;
Ωχ, το φώναξα.
ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ: (τσιρίζοντας υστερικά) Βοήθειααααα…
Ο Περικλής απομακρύνει το κινητό - τεντώνοντας το χέρι που το κρατάει – ακούγοντας μια διαπεραστική φωνή.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Τώρα την κάναμε.
Την έπιασε υστερία.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Πάρε γρήγορα την πυροσβεστική…
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: (γλυκά) Σώπα κούκλα μου.
Να έρχεται ο Πέρρης.                                                                                
ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ: (με περισσότερη υστερία) Βοήθειααααααα….
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: (με ύφος παρακαλετό) Σώπα κοπέλα μου, σε λίγο θα
τον βγάλει ο διαχειριστής.
(με γλυκό ύφος) Και τι θα κάνει στο κοριτσάκι μας;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Εγώ μόνο 2 ώρες θα μείνω.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Και τις υπόλοιπες 8 εγώ θα πληρώσω τη νύφη;
Πάω να πέσω απ’ το μπαλκόνι.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (φωνάζοντας δυνατά) Πάρε πρώτα τη πυροσβεστική…

ΣΚΗΝΗ 95
ΚΥΡΙΑΚΗ ΒΡΑΔΥ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΣΙΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ – ΤΑΚΗΣ – ΒΑΣΙΛΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Οι 3 φίλοι διαβάζουν με μεγάλη προσήλωση και σοβαρότητα.
Το τραπέζι είναι γεμάτο από σημειώσεις, φίλα, βιβλία, μολύβια και στυλό.
Ο Τάκης αρχίζει να εμφανίζει στο πρόσωπό του μια ανησυχία εντελώς
ξαφνικά, ενώ απότομα σηκώνεται και κατευθύνεται προς την τουαλέτα.
Δεν προλαβαίνει να κάνει λίγα βήματα όταν πίσω του ακούγεται ο Σάκης.
ΣΑΚΗΣ: Πάλι σηκώνεσαι, που θα πας;
ΤΑΚΗΣ: (κοντοστέκεται και με σοβαρό ύφος) Για πιπί μου.
Γιατί ρωτάς, ωορρηξία έχεις πάλι;
ΣΑΚΗΣ: (καθώς σηκώνεται με θυμωμένο ύφος) Ε, σε τρώει ο κώλος σου.
Πριν κάνει 2 βήματα και ο Τάκης ήδη έχει κλείσει την πόρτα της τουαλέτας.
ΣΑΚΗΣ: (φωνάζοντας δυνατά με γελαστό ύφος) Μόνο πιπί θα κάνεις;
ΤΑΚΗΣ: (δυνατά, με αδελφίστικη φωνή) Λέω να κάνω και ένα μπανάκι.
Όχι σαν κάτι άλλες που περιμένουν το Πάσχα για να πλυθούν.
ΣΑΚΗΣ: (φωναχτά με ειρωνικό ύφος) Κοίτα μη ξανοίγεσαι,
γιατί δεν έχει συρματοπλέγματα στην μπανιέρα.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (κοιτώντας τον Σάκη) Δεν ξέρει μπάνιο;
ΣΑΚΗΣ: Αυτός πνίγεται σε μια γουλιά νερό θα μάθει και μπάνιο.
Παρεμπιπτόντως ούτε ποδήλατο ξέρει, είναι τελείως ανισόρροπος.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Καλά στη θάλασσα δεν κολυμπάει;
ΣΑΚΗΣ: Έξω έξω, με τα παιδάκια.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Μη μου πεις ότι φοράει και μπρατσάκια;
ΣΑΚΗΣ: Άκου λέει, εδώ τα φοράει και στο καράβι όταν το καλοκαίρι
ταξιδεύει για Μυτιλήνη.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Φοβάται και στο καράβι;
Φοβάται γενικώς, ακόμα και τα ψάρια που τρώει.
Αν δείτε πόση ώρα τα κοιτάζει μέχρι να τα φάει.
Τα τηγανισμένα λέω.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Μη καταπιεί κανένα κόκαλο;
ΣΑΚΗΣ: Όχι θέλει λέει να είναι σίγουρος ότι είναι ψόφια,
γιατί στη Λάρισα πήδηξαν από ένα τηγάνι, σ’ ένα θαύμα που έγινε.
Και αν στη θάλασσα δει κανένα ζωντανό μπροστά του, γίνεται λαγός.
Πέρσι στη Μυτιλήνη στα ρηχά είδε έναν κοβιό.
Περπάτησε από το φόβο του πάνω στα κύματα σαν το Χριστό για να γλιτώσει.
ΤΑΚΗΣ: (βγαίνοντας από την τουαλέτα στέκεται πάνω από τον Βασίλη
και με ειρωνικό ύφος απευθύνεται στον Σάκη) Ωραίο αστείο σε άκουσα.
Εσύ δεν πρέπει να αρχίζεις να ετοιμάζεσαι;
(διστακτικά και κρυμμένος πίσω από τον Βασίλη) Να κάνεις ένα ντουζάκι,
ν’ αλλάξεις βρακάκι;
ΣΑΚΗΣ: (με ύφος άγριο) Θα σε κουτουπώσω.
ΤΑΚΗΣ: Προλαβαίνεις μέχρι το πρωί και να διαβάσεις το βιβλίο:
«Το σεξ άνευ διδασκάλου»
ΣΑΚΗΣ: (με ύφος άγριο) Τι είπες ρε βρωμόγερε;

ΣΚΗΝΗ 96
ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΝΤΙΝΑΡΑ – ΝΤΙΝΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Ντινάρα έχει ανοίξει την πόρτα στο κλουβί.
Η Ντίνα δίπλα  κρατάει τη μύτη της.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (βγάζοντας το δοχείο νερού) Βρομιάρη, τι σκατά τρως;
Κλείνει την πόρτα του κλουβιού.
(δίνοντας το δοχείο στην Ντίνα) Πλύνε το καλά παιδί μου.
Η Ντίνα το πιάνει με τις άκρες των δακτύλων αηδιάζοντας, και κατευθύνεται στην κουζίνα, ενώ η Ντινάρα βγάζει το πτυσσόμενο πάτωμα, αφαιρεί την εφημερίδα, την βάζει αηδιάζοντας σε μια σακούλα και στρώνει μια καθαρή.
ΝΤΙΝΑ: (αφού έρχεται από κουζίνα με το δοχείο νερού στο χέρι)
Γιαγιά όπως μου είπες του έβαλα και αγιασμό.
Λες ν’ αρχίσει να ψέλνει;
ΝΤΙΝΑΡΑ: (τοποθετώντας τη βάση) Αυτός παιδάκι μου έχει το διάολο μέσα του, που να φτάσει το δοχειάκι αυτό.
ΝΤΙΝΑ: Να του φέρουμε μήπως κουβά;
ΝΤΙΝΑΡΑ: (ανοίγοντας το κλουβί και βάζοντας το νερό στη θέση του)
Και τη λεκάνη της Μεσογείου να τον βάλεις να πιει, δεν πρόκειται ν’ ακούσεις καλή κουβέντα απ’ αυτόν.
ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ: Φούμο, φούμο…
ΝΤΙΝΑ: (μα απορία) Γιαγιά θέλει να καπνίσει;
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με άγριο ύφος) Ρε πρεζάκια, από εχτές λύσσαξες με τη φούμα.
(με ειρωνικό ύφος) Να σου προσφέρω τσιγαράκι θέλεις;
(με άγριο ύφος) Μήπως να στο ανάψω κιόλας;
(καθώς παίρνει τη σακούλα και κατευθύνεται στην κουζίνα) Βλέπω να σου σβήνω τη γόπα στο μάτι και να βλέπεις τον κόσμο μονό.

ΣΚΗΝΗ 97
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΟΥΛΑ – ΚΑΤΕΡΙΝΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Σούλα με την Κατερίνα κάθονται στον καναπέ κρατώντας από μια κούπα
με τσάι.
ΣΟΥΛΑ: (χαμογελώντας) Τι σκέπτεσαι να κάνεις;
Θα το μπλέξεις το πουλόβερ;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με αφέλεια) Γιατί πριν από το σεξ πλέκουν και πουλόβερ;
ΣΟΥΛΑ: (γελώντας) Για το ίδιο πράγμα λέμε, αλλά εσύ πως σκέφτεσαι;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (διστακτικά) Ξέρεις… μπορεί να σου φανεί περίεργο,
αλλά δεν το έχω κάνει μέχρι…
ΣΟΥΛΑ: (με ύφος έκπληκτο) Δεν το πιστεύω.
Εσύ μπορείς να έχεις δίπλα σου όποιον θέλεις, πως και δεν…
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Δεν μου αρέσουν οι επιδερμικές σχέσεις και μέχρι πριν
γνωρίσω τον Σάκη όλες έτσι ήταν.
Ο καθένας το κρεβάτι σκεφτόταν.
Μπορεί να υπήρχε ο έρωτας αλλά αυτό το κάτι που σε απογειώνει δεν το
είχα νιώσει μέχρι τώρα.
Βέβαια είμαι ακόμα επιφυλακτική.
ΣΟΥΛΑ: Για τον Σάκη;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (διστακτικά) Για τον Σάκη όχι.
Το πρόβλημα αφορά τον εαυτό μου.
Ο Σάκης, αν και έχουμε σχέση μια εβδομάδα, είναι ο άνθρωπος που
θέλω να το κάνω.  
ΣΟΥΛΑ: (χαμογελώντας) Όταν γνώρισα τον Τάκη είχα τους ίδιους ενδοιασμούς.
Βέβαια ήμουν λίγο μικρότερη, αλλά κυρίως άπειρη.
Το κράταγα για την πρώτη νύχτα που λένε.
Ο χαρακτήρας και η συμπεριφορά του όμως δεν μου άφησαν περιθώρια
ν’ αρνηθώ.
Είχε σοβαρές προθέσεις αλλά και ασυγκράτητη φύση.
Αφού μου έλεγε: ‘Γυναίκα που μέχρι το δέκατο ραντεβού δεν μένει έγκυος θέλει απόσυρση’.
Εγώ το θεωρούσα αμαρτία αλλά εκείνος: ‘Αυξάνεστε και πληθύνεστε’.
Μα είναι νωρίς ακόμα του έλεγα.
‘Δεν φτάνει αλήτισσα που με κυκλοφορείς αστεφάνωτο και μ’ έχεις εκθέσει
στην κοινωνία, έχει χτυπήσει κόκκινο και η τεστοστερόνη μου’.
Έτσι με διπλάρωσε και πήγα γκαστρωμένη στην εκκλησία.
Ποτέ όμως μέχρι τώρα δεν το μετάνιωσα.
Για το μόνο που στεναχωριέμαι είναι ότι δεν πρόλαβα να ζήσω λίγο μόνη,
με τις φίλες μου και τον χαβαλέ μας.
Όχι ότι ο Τάκης με έχει ξεκόψει απ’ αυτές.
Ίσα ίσα, αν δεν βγω μαζί τους για καφεδάκι μου φωνάζει.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (χτυπώντας το χέρι στο γόνατο με αυτοπεποίθηση και σιγουριά)
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Θα το κάνω και θέλω συμβουλές…

ΣΚΗΝΗ 98
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ - ΒΙΛΑ ΑΡΧΙΝΟΝΟΥ / ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ - ΛΑΖΑΡΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Στο μικρό σαλονάκι ο Λάζαρος με τον Αρχινονό κάθονται απέναντι
ο ένας από τον άλλο έχοντας μπροστά τους από μια κούπα τσάι.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (αφού πίνει μια γουλιά) Μου πήρες αυτά που σου ζήτησα;
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: (με ύφος απορίας) Ναι, από το Σάββατο τα έχω εδώ,
αλλά τι τα θέλεις;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Στους δικούς μου είπα ότι πηγαίνω στη Ρώμη και αφού
στα έφεραν από το συγκεκριμένο μαγαζί κοντά στο Βατικανό, είναι σαν
να τα αγόρασα εγώ.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Γι αυτό μου ζήτησες να σε πάρει άνθρωπός μου από
το αεροδρόμιο;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Ακριβώς.
Μόλις με άφησε ο γιος μου - βιαζόταν κιόλας - είδα απ’ έξω παρκαρισμένο
το τζιπ με τον αριθμό κυκλοφορίας που μου είπες.
Μπήκα και αμέσως φύγαμε.
Είπα στον οδηγό να πηγαίνει σιγά και μόλις βγήκαμε από Αττική οδό,
πιο γρήγορα.
Στην επιστροφή θα είμαι εκεί μισή ώρα πριν έρθει να με πάρει.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Κοντά στο σπίτι, εκεί στις χιονισμένες φυλλωσιές,
γιατί σταμάτησες;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Ήθελα να δω τι ορατότητα έχει από εκεί το σπίτι.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Τι συμπέρασμα έβγαλες;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Είδα ότι πρέπει ν’ αλλάξεις κατοικία.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: (με ύφος απορίας) Γιατί;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Ένας ελεύθερος σκοπευτής μπορεί από εκεί να κάνει εύκολα
και αθόρυβα τη δουλειά του, αν κάνεις το λάθος να σταθείς για λίγο σ’ ένα
από τα πολλά παράθυρα που έχει το σπίτι.
Στον γύρω χώρο δεν έχει σπίτια να τον δει κανείς, έτσι φεύγει ανενόχλητος
και απαρατήρητος.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Να πάω στο διαμέρισμα στην Αθήνα;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Εκεί που ήδη έχω πάει και το ξέρω, έχει μεν πολυκοσμία, αλλά και πολυκατοικίες ψηλές με ταράτσες όπου μπορεί κάποιος εξίσου καλά να κάνει τη δουλειά του αθόρυβα.
Μη σε νοιάζει.
Σου έχω σπίτι κάπου στη Δυτική Αττική 3όροφο με θέα και πιο ψηλό από
τους γύρω χώρους που είναι οικόπεδα χωρίς κάλυψη και μονοκατοικίες σε χαμηλότερο ύψος.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Νοικιάζεται;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Όχι, πωλείται και θα το αγοράσεις την Τετάρτη ώστε να μετακομίσετε τάχιστα.
Δεν θέλει επισκευές, το έλεγξα και είναι φτηνό για τα δεδομένα σου.

ΣΚΗΝΗ 99
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΣΙΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΒΑΣΙΛΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΤΑΚΗΣ: Να δούμε τι θα κάνει το βράδυ ο χαζοχαρούμενος.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Λες;
ΤΑΚΗΣ: Μπα, δύσκολο το βλέπω.
Ειδικά τώρα που θα κοιμηθεί η Κατερίνα στον ξενώνα και η κυρά Βαγγελιώ
θα στέκεται μπάστακας απ’ έξω, να το ξεχάσει το βάπτισμα.
Εδώ που τα λέμε καλύτερα, γιατί ούτε προφυλάξεις δε ξέρει να πάρει το όρνιο.
Έχει και πολύ καιρό να φρεζάρει με γυναίκα.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Ωχ, δεν θα έχει μυαλό για διάβασμα το βράδυ.
ΤΑΚΗΣ: (με αδελφίστικο ύφος) ‘Μέχρι τις τρεις θα διαβάσω’ μου είπε.
Σιγά μη μπορέσει.
Θα βλέπει τις καμπύλες στη Διαφορική και θα σκέπτεται κυλοτάκια.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Και δε ξέρει από προφυλάξεις;
ΤΑΚΗΣ: Τι λες τώρα, εδώ τον ρώτησα τι είναι το σπιράλ και μου έδειξε το μπουρί της σόμπας.

ΣΚΗΝΗ 100
ΔΕΥΤΕΡΑ ΒΡΑΔΥ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΣΚΥΛΟΙ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Περικλής μπαίνει στο δωμάτιό του ντυμένος βαριά και φορώντας σκούφο.
Πίσω του ακολουθούν οι σκύλοι που κατευθείαν αράζουν κοντά στο σώμα
του καλοριφέρ.
Ο Περικλής κλείνει την πόρτα και με βήματα μωρού κάθεται στην καρέκλα
του βγάζοντας τον σκούφο.
Τον ακουμπάει στο γραφείο δίπλα του και αφήνει με το βλέμμα του
να μένει απλανές αλλά σταθερά εστιασμένο στην πόρτα.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (αφού αναστενάζει) Τι ήταν αυτό που έπαθα Λέων.
Δε φτάνει η κλεισούρα τρία τέταρτα στο ασανσέρ, το πηγαινέλα να πάρω
τα πράγματά μου και να πάω στον φίλο μου, τράβηξα και την Οδύσσεια
της αφυδάτωσης.
Αυτές δεν είναι γυναίκες, οι αμαρτίες του Χίτλερ είναι.
Τρεις ώρες είχανε πέσει επάνω μου και ασελγούσαν στο φιδίσιο μου κορμί.
Και αυτό τι να σου κάνει, έμεινε από καύσιμα και μπάταρε.
Έπεσα σε κώμα και ο ηλίθιος αντί να βάλει ένα πόδι βοηθείας, ούτε με πόδι
θα ευχαριστιόντουσαν αυτές, πήγε και κλείστηκε στο άλλο δωμάτιο παίρνοντας τηλέφωνα σε ράδιο ταξί, φίλους και γνωστούς,
μήπως τυχόν βρεθεί κανείς να έρθει να τις πάρει.
Και ενώ του φώναζα: ‘πάρε και ασθενοφόρο αν χρειαστεί’ εκείνος
μου είπε ότι μόνο γραφείο κηδειών έρχεται, όχι για να πάρει αυτές,
αλλά εμένα που είχα γίνει σαν περγαμηνή.
Ούτε βάψιμο δε χρειαζόμουν.
Κατευθείαν στο νεκροταφείο πριν το μετανιώσουν κιόλας.
Βρε για να γλιτώσω και σε κάσα έμπαινα.
‘Πήγαινε εδώ κοντά στο στρατόπεδο’ του είπα ‘να φέρεις ένα ΡΕΟ με φαντάρους να ησυχάσουμε’.
‘Αυτοί θα πηδήξουνε και εμάς’ μου λέει.
Τελικά βρέθηκε ένας φίλος του εργένης, (κάνοντας τον σταυρό του)
θεός χωρέστον, που ήρθε και τις πήρε με το τζιπ του.
(κοιτώντας το ρολόι του) Τώρα πρέπει ν’ αφήνει την τελευταία του πνοή.
Το ωραίο είναι ότι ο φίλος μου το έπαιζε και κονιόρδος.
‘Είδες τι καλά που περάσαμε και τι άντρες είμαστε εμείς;’
Μου θύμισε τον ψύλλο και τον ελέφαντα που έτρεχαν στην έρημο.
Κάποια στιγμή σταματάνε και λέει ο ψύλλος: ‘ Κοίτα σκόνη που σηκώσαμε;’
Ή που πέρναγαν μια γέφυρα και αυτή έπεσε.
Λέει πάλι ο ψύλλος: ‘Και στο είπα ρε βλάκα να περνάμε ένας ένας’.

ΣΚΗΝΗ 101
ΔΕΥΤΕΡΑ ΒΡΑΔΥ - ΒΙΛΑ ΑΡΧΙΝΟΝΟΥ / ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ - ΛΑΖΑΡΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: (χαμογελώντας) Απ’ ότι ξέρω ακόμα δεν έχεις εγγόνια,
τι τα ήθελες τα  P.S.D;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Κασέτες δε βρήκανε;
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Βρήκανε και καλώδια και εις διπλούν.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (με τουπέ) Ανήκω στο σύλλογο Σ.Ε.Κ.Α.Π
Σύλλογος εκπαίδευσης και ανταλλαγής πόκεμον.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Ακόμα παιδί είσαι.
Σε χαίρομαι όμως γιατί εκμεταλλεύτηκες το μυαλό σου και με τίμιο τρόπο έκανες περιουσία.
Εγώ αντίθετα - πάντα με τον κίνδυνο - έφτιαξα μια αυτοκρατορία που με τα μπλεγμένα μαύρα και καθαρά ευρώ είμαι παντοδύναμος αλλά ταυτόχρονα και ανίσχυρος γιατί με μια στραβή κινδυνεύω να καταλήξω στο κελί.
Τέλος πάντων για σήμερα σου έχω μια έκπληξη.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Τι θα ανταλλάξουμε πόκεμον;
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: (χαμογελώντας) Όχι.
Απλά κάποιες υπάρξεις που θα ομορφύνουν τη παρέα μας.
Και να μη το ξεχάσω, αύριο θέλω να γνωρίσεις το δεξί μου χέρι.
Τον πιο έμπιστο άνθρωπο στη ζωή μου.
(χαμογελώντας) Μετά από σένα βέβαια.

ΣΚΗΝΗ 102
ΔΕΥΤΕΡΑ ΒΡΑΔΥ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΣΙΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΒΑΣΙΛΗΣ - ΣΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Οι 3 φίλοι γύρω από το τραπέζι, σκυμμένοι πάνω από τις σημειώσεις
διαβάζουν σοβαροί και αμίλητοι.
Τις ξεφυλλίζουν αργά, ενώ που και που πίνουν λίγο καφέ.
Ο Τάκης έχοντας την παλάμη στο μάγουλο, εκεί που πονάει το δόντι του δείχνει μια δυσφορία λόγω του πόνου.
Ο Σάκης κοιτάζει την ώρα στο κινητό του.
ΤΑΚΗΣ: (με αυστηρό ύφος) 15 φορές κοίταξες το ρολόι σου.
Φοβάσαι μη χάσεις το ραντεβού με τον γυναικολόγο σου;
ΣΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Αν νομίζεις ότι θα σε πάρω μαζί μου να κοιτάξει
τον προστάτη σου είσαι γελασμένος.
ΤΑΚΗΣ: (διστακτικά και αδελφίστικα) Θα με πας το πρωί;
Είναι δίπλα από το μαγαζί που αγοράζεις κυλοτάκια.
Ο Βασίλης γελάει.
ΣΑΚΗΣ: (ειρωνικά) Και απέναντι από το μανάβικο που πουλάει αγγούρια καλαβρέζικα.
ΤΑΚΗΣ: (με ύφος αδελφίστικο) Καλέ αυτά είναι μεγάλα, πως μπορείς;
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης με άγριο ύφος σηκώνεται αργά κοιτώντας τον Τάκη που ταυτόχρονα και γρήγορα κρύβεται πίσω από τον Βασίλη.
ΤΑΚΗΣ: Κάτσε καλάαα…
ΣΑΚΗΣ: (καθώς κοντοστέκεται) Έχε χάρη ρε που κατουριέμαι.
ΤΑΚΗΣ: (με αδελφίστικο ύφος) Όλο κατουράς, δε ξέρεις για ποιον
άλλο λόγο σου έδωσε ο Θεός γαμιστήρι;
ΣΑΚΗΣ: (καθώς κυνηγάει γύρω γύρω από το τραπέζι τον Τάκη που τρέχει κοιτώντας πίσω του) Τώρα θα τις φας και ας τα κάνω επάνω μου.
ΤΑΚΗΣ: (αφού κοντοστέκεται, το ίδιο και ο Σάκης με ύφος απορίας)
Καλά το έβγαλες το πάμπερς;
ΣΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος συνεχίζοντας να κυνηγάει τον Τάκη που γελάει)
Τώρα την έκανες.

ΣΚΗΝΗ 103
ΔΕΥΤΕΡΑ ΒΡΑΔΥ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ / ΞΕΝΩΝΑΣ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ - ΒΑΓΓΕΛΙΩ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης μπαίνει φουριόζος στο σκοτεινό καθιστικό και αφού κλείνει σιγά την εξώπορτα - χωρίς ν’ ανάψει φως - πάει στο δωμάτιό του.
Η Βαγγελιώ βγαίνει από το υπνοδωμάτιό της φορώντας νυχτικιά
και με μισοκοιμισμένο ύφος πηγαίνει στην κουζίνα.
Ανάβει το φως και σχεδόν αμέσως το κλείνει.
Βγαίνει από την κουζίνα κρατώντας ένα ποτήρι νερό, ενώ ταυτόχρονα ο
Σάκης βγαίνει από το δωμάτιό του φορώντας πιτζάμες.
Καθώς πηγαίνει προς τον ξενώνα περπατώντας στις μύτες και ενώ δεν έχει κάνει παραπάνω από τρία βήματα, αντιλαμβάνεται την παρουσία της Βαγγελιώς και αστραπιαία αλλάζει διεύθυνση κατευθυνόμενος στην κουζίνα.
Περνάει μπροστά από την απορημένη Βαγγελιώ που δεν πρόλαβε να κάνει βήμα, προσποιείται ότι υπνοβατεί και χωρίς να της δώσει σημασία μπαίνει στην κουζίνα.
Η Βαγγελιώ που τον παρακολουθεί διαρκώς κάνει τον σταυρό της.
Ο Σάκης βγαίνει από την κουζίνα κρατώντας ψωμί με σαλάμι και με
την ίδια αδιαφορία περνάει από δίπλα της και μπαίνει στο δωμάτιό του.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (κατευθυνόμενη στο δωμάτιό της και μονολογώντας)
Μέχρι το πρωί θα έχει φάει το μισό ψυγείο.
Κλείνοντας την πόρτα του δωματίου της ο Σάκης βγαίνει από το δικό του
και με γρήγορα βήματα, στα νύχια όμως, κατευθύνεται στον ξενώνα.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΑΝΟΥ (ΞΕΝΩΝΑΣ)
Η Κατερίνα πηγαινοέρχεται με νευρικά βήματα στο δωμάτιο.
Ένας χαμηλός ήχος κτυπήματος της πόρτας, ΗΧΟΣ ΚΤΥΠΗΜΑΤΟΣ
την κάνει να τρέξει γρήγορα προς αυτήν και να την ανοίξει.
Ο Σάκης μπαίνει γρήγορα μέσα, ενώ η Κατερίνα εξίσου γρήγορα
και σιγά κλείνει την πόρτα και τον κοιτάζει στα μάτια.
Το χαμηλό φωτάκι στο δωμάτιο είναι αρκετό να κάνει τον Σάκη να βάλει την παλάμη στο στόμα και να γελάσει χαμηλόφωνα βλέποντας την Κατερίνα να φοράει μια πυτζάμα του που όμως χωράει και άλλη μια μέσα της.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (κοιτώντας την πιτζάμα) Μου είπε η Σούλα να φορέσω
κάτι δικό της, αλλά προτίμησα την πιτζάμα σου.
Η Κατερίνα ισιώνει και κοιτώντας τον Σάκη στα μάτια τον πλησιάζει και με αποφασιστικό τρόπο τον πιάνει από την πιτζάμα και τον σπρώχνει στο κρεβάτι.
ΣΑΚΗΣ: (μιλώντας αδελφίστικα) Μη με πονέσεις.
Η Κατερίνα αμίλητη αλλά γελαστή ανεβαίνει επάνω του και αρχίζει
να τον φιλάει στο λαιμό.
Η κάμερα εστιάζει στο μικρό φωτάκι αφήνοντας μόνο τα χαμηλόφωνα
λόγια τους ν’ ακούγονται.
(γελώντας συγκρατημένα) Γαργαλιέμαι…
(αυστηρά) Όχι εκεί…
(με δυσφορία) Σταμάτα θα σκάσω…
Μηηη, δεν ντρέπεσαι;

ΣΚΗΝΗ 104
ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ - ΒΙΛΑ ΑΡΧΙΝΟΝΟΥ / ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ - ΛΑΖΑΡΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λάζαρος και ο Αρχινονός πίνουν καφέ στο μικρό σαλονάκι.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: (χαμογελώντας) Πέρασες καλά χτες το βράδυ;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (αφού πίνει μια γουλιά καφέ) Αυτή την κυρία πρέπει να την ξαναδώ, είναι πολύ ενδιαφέρουσα.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Είδες τι κόλπα ξέρει;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Αν είδα λέει, έμεινα κατάπληκτος με τις γνώσεις της.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Είναι μετρ στο είδος της.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Και λίγα λες, εδώ έμαθα για τον Σκίτι και τον Τσάριζαν.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: (απορημένος) Εμένα δε μου τα έχει μάθει αυτά.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Εγώ τι να πω που ρεζιλεύτηκα.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Κολπατζού η κυρία, όλο καινούργιες στάσεις ανακαλύπτει.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Ποιος μιλάει για στάσεις;
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Για τι πράγμα μιλούσες;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Για πόκεμον.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Καλά πόκεμον παίζατε;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Με βοήθησε πολύ.
Μου έμαθε να ανταλλάζω, να κλωνοποιώ, να εκπαιδεύω καλύτερα.
Έμαθα και τι είναι αυτή η ρημάδα η εξέλιξη.
Που θα πάει θα τα πάρω τα τρία αστέρια.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: (χαμογελαστός) Δηλαδή όλο το βράδυ ήταν ντυμένη;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (με αφέλεια) Δεν το πρόσεξα απορροφηθήκαμε με το παιχνίδι.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: (ειρωνικά) Μήπως την άλλη φορά που θα έρθεις να
σου πάρω μια μονόπολη;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (με τουπέ) Όχι, αυτή είναι για παιδιά.

ΣΚΗΝΗ 105
ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΟΥΛΑ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Σούλα με την Κατερίνα πίνουν καφέ στο καθιστικό.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (χαμογελώντας) Η ωραιότερη εμπειρία της ζωής μου.
ΣΟΥΛΑ: Είχε διάρκεια;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Παρόλο το άγχος κράτησε 20 λεπτά.
ΣΟΥΛΑ: Άρχισες να κάνεις όνειρα;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με ύφος συγκρατημένα χαρούμενο) Είναι νωρίς για
όνειρα νομίζω.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΣΟΥΛΑ: Μήπως υπάρχει κάτι που σε εμποδίζει;

ΣΚΗΝΗ 106
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΒΙΛΑ ΑΡΧΙΝΟΝΟΥ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ - ΛΑΖΑΡΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Συνέχεια από ΣΚΗΝΗ 104...
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Ξέρω ότι είσαι σεβαστός από τη νότια Ιταλία μέχρι το Τόκιο.
Ξέρω επίσης ότι η γνώμη σου περνάει παντού.
Θέλω να μιλήσεις στον Σικελό.
Είναι καιρός τώρα που πολλοί δικοί του προσπαθούν να μου περιορίσουν
τις συναλλαγές, εδώ στην Ελλάδα
Μου έχουν πάρει πολλή πελατεία και κυρίως τους Κινέζους.
Δε θέλω να γίνει πόλεμος, αν και οι Κινέζοι είναι μαζί μου.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Αν δεν έχεις σχέση με ναρκωτικά και παιδάκια, θα το κάνω.
Αλλιώς ξέχνα με.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Δεν ασχολήθηκα, ούτε θα ασχοληθώ ποτέ μ’ αυτά.
Το ξέρεις νομίζω.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Γι αυτό και μιλάω μαζί σου τώρα.
Ο Λάζαρος σηκώνεται και περπατάει αργά με σκεπτικισμό.
Ο Σικελός είναι δολοφόνος.
Τώρα τι δουλειά έχει εδώ θα το μάθω.
Εμένα πάντα με ακούει, αλλά πρώτα βάζει το συμφέρον του.
Θα τον πείσω ότι ένας πόλεμος μα σένα και τους Κινέζους είναι κακό
για εκείνον.
Ελπίζω να το καταλάβει γιατί αλλιώς θα πάρω προσωπικά το θέμα επάνω μου.
ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ: Σε λίγο θα έρθει ο νεαρός, το δεξί μου χέρι.
Θέλω να τον γνωρίσεις και αν πάθω κάτι να τον προσέχεις.

ΣΚΗΝΗ 107
ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΥ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΓΥΡΙΣΜΑ) [ΝΤΙΝΑΡΑ - ΧΡΗΣΤΟΣ - ΣΟΥΛΑ -
ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Ντινάρα με τον Χρήστο βλέπουν τηλεόραση στο καθιστικό.
ΧΡΗΣΤΟΣ: (καθώς σηκώνεται αργά και αφού χασμουριέται) Γιαγιά πάω να συμπληρώσω τ’ όνειρο, νύσταξα.
ΝΤΙΝΑΡΑ: Βρε αγόρι μου πριν από λίγο ξύπνησες, μπορείς να ξανακοιμηθείς
τόσο γρήγορα;
ΧΡΗΣΤΟΣ: (καθώς αποχωρεί με ύφος νυσταγμένο και με αργά βήματα) Δεν με ρωτάς καλύτερα αν προφτάσω να φτάσω μέχρι την πόρτα;
(περνώντας μπροστά από τον παπαγάλο) Καληνύχτα Μαρκούλη.
ΦΩΝΗ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ: Όμορφε…
Η Ντινάρα κλείνει την τηλεόραση, χασμουριέται, σηκώνεται και προχωράει προς την κουζίνα.
Κοντοστέκεται μπροστά στο κλουβί και κοιτάζει τον παπαγάλο.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με αυστηρό ύφος) Εσύ το βράδυ να κάνεις μόκο.
Αν ξαναφωνάξεις κλέφτες θα σε βάλω στο φούρνο με πατάτες.
Γυρίζει να φύγει και μόλις κάνει 3 βήματα:
ΦΩΝΗ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ: Ουστ.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (καθώς κοντοστέκεται με άγριο ύφος) Ουστ να πεις στα
μούτρα σου, κασιδιάρικο πετεινό.
Από την κακία σου μαδάς.
Γυρίζοντας πάλι να φύγει:
ΦΩΝΗ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ: Κωλάρα!
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η πόρτα ανοίγει και μέχρι η Σούλα να την κλείσει:
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με άγριο ύφος) Μη σου ρίξω ματάρα κανιάτικη.
(φτύνοντας τον κόρφο της) Φτου, αυτός ο γαμπρός μου.
Κατάρα Μανιάτικη.
ΣΟΥΛΑ: (πλησιάζοντας χαμογελαστή) Πάλι με το πουλάκι τα έβαλες;
ΝΤΙΝΑΡΑ: (άγρια) Είπε για τον κώλο μου το πρόστυχο υποκείμενο.
ΣΟΥΛΑ: (χαμογελώντας) Τώρα εδώ που τα λέμε είσαι ελκυστική γυναίκα, μέχρι και ο παπαγάλος το βλέπει.
ΝΤΙΝΑΡΑ: (με ύφος αυτοσαρκασμού) Βρίσκεις ε;

ΣΚΗΝΗ 108
ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΥ - ΒΙΛΑ ΑΡΧΙΝΟΝΟΥ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ - ΛΑΖΑΡΟΣ - ΜΠΡΑΒΟΣ 1 - ΕΚΤΟΡΑΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Μπράβος 1 ανοίγει την πόρτα μπροστά στον Λάζαρο και τον Αρχινονό
που στέκονται όρθιοι και κοιτάζουν.
Ο Έκτορας μπαίνει στο δωμάτιο με την κάμερα να εστιάζει από
τη μέση και κάτω.
Ο Λάζαρος ανοίγει το στόμα διάπλατα δείχνοντας μια μεγάλη
έκπληξη στο πρόσωπό του.

ΣΚΗΝΗ 109
ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΥ - ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΣΑΚΗΣ]
Ο Σάκης οδηγεί το τζιπ και δίπλα του ο Τάκης κοιτάζει το δρόμο.
ΤΑΚΗΣ: Τον καθάρισαν το δρόμο.
ΣΑΚΗΣ: Υποχώρησε η κακοκαιρία.
(κοιτώντας δεξιά προς τον εξωτερικό καθρέφτη) Ρε τράβα τη μύτη
σου να βλέπω τον καθρέφτη.
ΤΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Εσύ έχεις πάρει πολύ τα πάνω σου.
Ρε μπας και την τίναξες την αχλαδιά;
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελαστά και με τουπέ) Αφού μου έβγαλες τη ψυχή
με την κάψουλα και εγώ δε σου λέω.
ΤΑΚΗΣ: (με ανυπομονησία) Για να καμαρώνεις σα γύφτικο σκερπάνι
πρέπει να πήρες προαγωγή.
Λοχίας;
ΣΑΚΗΣ: Ανέβαινε.
ΤΑΚΗΣ: Υπολοχαγός;
ΣΑΚΗΣ: Τι με πέρασες.
ΤΑΚΗΣ: Ταγματάρχης και πολύ σου πέφτει.
ΣΑΚΗΣ: (με τουπέ) Υποστράτηγος.
ΤΑΚΗΣ: Μη μου πεις ότι ήτανε παρθένα;
Ο Σάκης χαμογελάει.
Δε πιστεύω ρε κρετίνε να μη πρόσεξες;
ΜΟΥΣΙΚΗ …
Ο Σάκης σκοτεινιάζει.
(κτυπώντας το κούτελο με το χέρι) Ωχ την έκανε τη μαλακία.
ΣΑΚΗΣ: (με μισοκακόμοιρο ύφος) Δε φταίω εγώ, εκείνη το ζήτησε.

ΣΚΗΝΗ 110
ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΥ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ]
ΜΟΥΣΙΚΗ (λειτουργία από εκκλησία)…
Ο Περικλής διαβάζει στο γραφείο κρατώντας στο ένα χέρι κομποσκοίνι.
Το κινητό του χτυπάει. ΗΧΟΣ ΚΙΝΗΤΟΥ
Το κοιτάζει, δυσανασχετεί και απαντάει βάζοντας ανοικτή ακρόαση.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Λέγε και γρήγορα γιατί διαβάζω τους χαιρετισμούς.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Θα φύγει κανείς και τον χαιρετάς;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με ύφος βαριεστημένο) Εκτός του ότι είσαι αστοιχείωτος,
είσαι και άσχετος.
(με άγριο ύφος) Ρε βόδι δεν έχεις πάει ποτέ σου σε εκκλησία;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Όχι.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Και που σε βαφτίσανε, σε πηγάδι;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Α δε ξέρω εγώ απ’ αυτά.
Για άλλο λόγο σε πήρα.
Αύριο το βράδυ θέλει η φίλη που σου έλεγα να συναντηθείτε.
Μετά από αυτά που της είπα για σένα θέλει πολύ να σε γνωρίσει.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Γιατί τόσο βιαστική, μήπως είναι καμιά τριχοκωλού;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Είσαι τρελός ρε.
Η Αφροδίτη είναι θεά.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Η Αφροδίτη ναι, αυτή που θα μου στείλεις δε ξέρω.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Η Αφροδίτη που θα σου στείλω είναι άγγελος στο
σώμα και στη ψυχή.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (ειρωνικά) Έχει πούπουλα δηλαδή;

ΣΚΗΝΗ 111
ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΥ - ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΤΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Συνέχεια από ΣΚΗΝΗ 109...
ΤΑΚΗΣ: Και αν έχει συλλάβει τι θα γίνει;
ΣΑΚΗΣ: (με μισοκακόμοιρο ύφος) Ο μπαμπάς μου είπε ότι που και που
η γλάστρα θέλει πότισμα.
ΤΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Η γλάστρα ρε ζώον ή μήπως δε μπορείς να ξεχωρίσεις τη γλάστρα από τη γυναίκα;
Αυτά θέλουν πρώτα συζήτηση, αμοιβαία συμφωνία και προγραμματισμό.
Νομίζεις ότι με την Κατερίνα θα είσαι στη ξεπέτα;
Ο Σάκης μένει αμίλητος και σκεφτικός.
Δε λέω το θέλατε, αλλά θα θέλετε και τις επιπτώσεις αν έρθουν;
ΣΑΚΗΣ: Εγώ είμαι έτοιμος ν’ αναλάβω όλες τις ευθύνες.
ΤΑΚΗΣ: Πρόσεχε καημένε μου, η Κατερίνα απ’ ότι φαίνεται είναι
άπειρη και υποτίθεται εσύ ο μυαλωμένος και έμπειρος.
(ρίχνοντας μια μούντζα) Όρτσα.
ΣΑΚΗΣ: (φτύνοντας τον κόρφο του) Φτου, φτου..
(καθώς ξύνει με το ένα χέρι τον πισινό του) Είσαι γουρσούζης.
ΤΑΚΗΣ: Τα ξόρκια σε μαραίνανε.
Δε κοιτάς την βλακεία και την ανευθυνότητα που σε δέρνει.
Θέλει καθοδήγηση και συζήτηση το όλο θέμα.
(κοιτώντας ψηλά) Δε μπορεί θεέ μου και οι δυο να είναι βόδια.
ΣΑΚΗΣ: (με φοβισμένο ύφος) Υπάρχει περίπτωση να πιάσει;
ΤΑΚΗΣ: (με αυστηρό ύφος) Αν έχει γίνει αυτό, θα πρέπει να ξεπατωθείς
στο γαματάν.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΣΑΚΗΣ: (με απορία) Γιατί;
ΤΑΚΗΣ: Γιατί είναι δύσκολο για μια γυναίκα, παρθένα στα 27 της,
να μείνει με την πρώτη έγκυος.
Θα γεννήσει εύκολα;
Καισαρική 100%  και μετά πάλι παρθένα θα είναι.

ΣΚΗΝΗ 112
ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΥ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙΚΛΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΠΕΡΙΚΛΗΣ - ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Περικλής καθιστός μπροστά στο γραφείο με το κομποσκοίνι στο χέρι, διαβάζει την Καινή Διαθήκη.
Το κινητό του χτυπάει. ΗΧΟΣ ΚΙΝΗΤΟΥ
Το κοιτάζει και παίρνει ύφος βαριεστημένο.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (μονολογώντας) Ωχ το λάλιπαπ.
(απαντάει βάζοντας ανοικτή ακρόαση) Έλα μωρή μουτσουνάρα.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Ωραίος φίλος, τώρα με το θρησκευτικός σου στυλ μου μιλάς;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Ειδικά σε εσένα από θρησκευτικής σκοπιάς έπρεπε να πω:
‘Έλα ρε τρικεράτη’.
 Το κοινωνικό μου όμως προφίλ είναι σε ύφεση και σου μιλάω ευγενικά.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: (γελώντας) Πόσο μ’ αρέσει να σε πειράζω.
(δείχνοντας ότι πίνει) Αααχ, περίφημο το ουϊσκάκι.
Απ’ ευθείας από Σκότλαντ.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Ποιος στο έφερε;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Η Αφροδίτη και μου ζήτησε τη διεύθυνση και το κινητό σου. Να τα δώσω;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Μωρή αλκοόλα, γιατί φαγώθηκε να έρθει εδώ;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Θέλει να δει τη βιβλιοθήκη σου.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Ρε, το δωμάτιο ίσα που χωράει 3 ανθρώπους.
Αφού αν είναι οι σκύλοι μέσα, κάποιος απ’ τους δυο μας θα πρέπει να βγει.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Της είπα και άλλα για σένα γι αυτό θέλει να σε
γνωρίσει από κοντά.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Δε πιστεύω να της είπες και για τις κρυφές μου χάρες;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Για όλα.
Εκείνη όμως ζητούσε να μάθει… κάτσε να δω… (συλλαβιστά) για τον θρησκευτικό σου ενθουσιασμό και την πνευματική σου διεύρυνση.
Τα έχω γράψει αυτά και τα διαβάζω γιατί δε τα θυμόμουν.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Μου αρέσει ο οινοπνευματικός σου χαρακτήρας που
όταν πιεις τα έχεις όλα γραμμένα.
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Αφού όταν μιλάτε εσύ και αυτή δεν καταλαβαίνω
τι λέτε, άσε που τα μισά τα χάνω στην πορεία.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Δε πιστεύω να είναι καμιά ψευτοφεμίνο Λεσβοκουλτουριάρα;
ΦΩΝΗ ΦΙΛΟΥ: Ποιος ήρθε;
Ρε μίλα Ελληνικά, θα αλλάξω κανάλι.

ΣΚΗΝΗ 113
ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΥ - ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΣΑΚΗΣ - ΛΑΖΑΡΟΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης οδηγεί το τζιπ έχοντας τον πατέρα του δίπλα και τον Τάκη πίσω
στη μέση του καθίσματος.
Σιγή επικρατεί στο αμάξι δείχνοντας το βύθισμα του καθενός στα δικά του προβλήματα.
ΤΑΚΗΣ: (με ύφος απορίας) Πάντως τυχερός είσαι Λάζαρε.
Η πτήση στην ώρα της, μας περίμενες και μισή ώρα μέχρι να έρθουμε…
(σκύβοντας προς τα μπροστινά καθίσματα και κοιτώντας εναλλάξ πατέρα και γιο) Βλέπω μια ψυχρότητα ή μου φαίνεται;
Δεν παίρνει απάντηση από κανέναν.
(με ήρεμο ύφος) Τώρα είστε τσακωμένοι;
(με άγριο ύφος) Καλά πότε προλάβατε;
Πάλι δεν απαντά κανείς.
(κοιτώντας τους εναλλάξ και επίμονα) Λάθος κάνω, ε;
(ακουμπώντας την πλάτη του στο πίσω κάθισμα και με ειρωνικό ύφος)
Πάντως μη στεναχωριέστε, αν μείνετε από δουλειά θα σας βάλω σπίκερ
στο ραδιόφωνο, (φέροντας πάλι το σώμα του μπροστά) λέω τώρα εγώ.
Απάντηση καμία.
(ακουμπώντας στο κάθισμα και κοιτώντας αριστερά δεξιά και έξω
από το αυτοκίνητο) Ε ρε γέλια που κάναμ’ αύριο.
(ερχόμενος απότομα μπροστά, πιάνοντας το αφτί του και κοιτώντας τον Σάκη) Λίγο ποιο δυνατά γιατί δεν τόπιασα.
Δεν ακούω καλά, βλέπεις δεν φοράω και τα γυαλιά μου.
Ο Σάκης ψυχρός δεν δίνει σημασία και εξακολουθεί να οδηγεί αδιάφορος.
(ακουμπώντας την πλάτη του στο κάθισμα και αναστενάζοντας) Ουφ.
(με ύφος σοβαρό) Δεν αντέχω τη φλυαρία με τίποτα…
Ο Λάζαρος γυρίζει και τον κοιτάζει χαμογελώντας,
ΣΑΚΗΣ: (γυρίζοντας απότομα προς τα πίσω με τον αντίχειρα να ακουμπάει στη μύτη και την παλάμη να παίζει) Ουουου…
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΤΑΚΗΣ: (με θυμωμένο ύφος) Πλάκα μου κάνατε ρε;

ΣΚΗΝΗ 114
ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΥ- ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ - ΣΑΚΗΣ - ΒΑΓΓΕΛΙΩ]
ΜΟΥΣΙΚΗ (σε συνέχεια από ΣΚΗΝΗ 113)…
Ο Λάζαρος κρατώντας τα μπαγκάζια στα χέρια του και δίπλα του ο Σάκης, στέκονται χαμογελαστοί μπροστά στην κλειστή πόρτα κοιτώντας την
Κατερίνα και την Βαγγελιώ.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (αφήνοντας τα μπαγκάζια και προχωρώντας προς τον καναπέ) Βαγγελίτσα παινεμένη ήρθα.
Ο Σάκης πλησιάζει κοντά στην Κατερίνα που τον κοιτάζει γλυκά.
ΒΑΓΓΕΛΙΩ: (παίρνοντας τα μπαγκάζια στα χέρια) Πως ήταν η Ιταλία;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (χαμογελώντας) Ρουφιάνα όπως πάντα.
(καθώς κάθεται στον καναπέ και απευθυνόμενος στην Κατερίνα)
Δεσποινίς αφεντικό σα να μου φαίνεται ότι ομόρφυνες και άλλο.
Ο Σάκης ξεροβήχει.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (χαμογελώντας) Φαίνεται ότι με σηκώνει το κλίμα εδώ.
Η Βαγγελιώ κατευθύνεται στην κρεβατοκάμαρα του Λάζαρου με τα
μπαγκάζια στα χέρια.
Η Κατερίνα κάθεται στον καναπέ απέναντι από τον Λάζαρο και ο
Σάκης όρθιος δίπλα της.
ΣΑΚΗΣ: Τώρα που σε βλέπω, (δείχνοντας την κοιλιά του Λάζαρου)
η υδρόγειος καλά κρατεί.
Γονάτισες τα μαγαζιά με σπαγγέτια και πίτσες;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Και εγώ τώρα που σε βλέπω το κόβω να έχεις χάσεικαι 2 κιλά.
Ο Σάκης ξεροβήχει πάλι.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
(κοιτώντας την Κατερίνα) Αύριο θα πάμε μαζί στο εργοστάσιο;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Δηλαδή θα κοιμηθώ και σήμερα εδώ;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Γιατί όχι, εξάλλου θα έχουμε αρκετό χρόνο να παίξουμε
και κανένα ταβλάκι, να πιούμε και λίγο ουζάκι.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με ύφος χαρούμενο) Πολύ μου αρέσει το τάβλι.

ΣΚΗΝΗ 115
ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΥ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ –
                             ΒΙΛΑ ΑΡΧΙΝΟΝΟΥ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ – ΚΑΤΕΡΙΝΑ – ΑΡΧΙΝΟΝΟΣ – ΕΚΤΟΡΑΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λάζαρος στέκεται όρθιος μπροστά στην μπαλκονόπορτα και κοιτάζει έξω
αφήνοντας το βλέμμα του απλανές και χαμένο.
Σαν ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ πάνω στο τζάμι της μπαλκονόπορτας αρχίζουν να ξετυλίγονται οι τελευταίες σκηνές της επίσκεψής του στο σπίτι του Αρχινονού.
ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΑΝΟΥ (ΒΙΛΑ ΑΡΧΙΝΟΝΟΥ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ)
Ο Λάζαρος στέκεται ακίνητος κοιτώντας κατάματα τον Έκτορα.
ΕΚΤΟΡΑΣ: (δείχνοντας τρομερή έκπληξη) Κυρ Λάζαρε!
ΛΑΖΑΡΟΣ: (με παρόμοια έκπληξη) Έκτορα!
Η φωνή της Κατερίνας τον επαναφέρει απότομα σε πραγματικό χρόνο.
ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΑΝΟΥ (ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ)
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (ακουμπώντας τον Λάζαρο απαλά στο μπράτσο) Αφεντικό…
Αφεντικούλη…
ΛΑΖΑΡΟΣ: (καθώς τινάζεται ξαφνικά και γυρίζει απότομα το κεφάλι) Μίλησες παιδί μου;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με συμπονετικό ύφος) Ανησύχησα που δεν απαντούσες.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (χαμογελώντας) Σ’ αυτή την ηλικία ζεις περισσότερο με τη σκέψη και λιγότερο με τη δράση.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (χαμογελώντας) Δράση θα έχεις σε λίγο που θα παίξουμε τάβλι.
Και μετά, επιδρομή στο ούζο και τους μεζέδες.
(καθώς απομακρύνεται) Έχεις λίγο χρόνο ακόμα να χαθείς στις σκέψεις σου.

ΣΚΗΝΗ 116
ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΥ ΠΡΙΝ ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ ΣΑΚΗ / ΞΕΝΩΝΑΣ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του.
Δεν είναι σκεπασμένος.
Τα χέρια του παίζουν το ρόλο του μαξιλαριού, ενώ το βλέμμα του που είναι καρφωμένο στο ταβάνι, το ρόλο του οδηγού στην ανησυχία και το άγχος.
Το χαμηλό φωτάκι δίπλα του δείχνει να συμφωνεί με την διχασμένη σκέψη
του και τρεμοσβήνει
Παίρνει το κινητό από δίπλα του και πληκτρολογεί έναν αριθμό.
ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΑΝΟΥ (ΞΕΝΩΝΑΣ)
Η δόνηση που ενεργοποιείται στο κινητό της Κατερίνας δεν είναι αρκετή να διακόψει τον βαθύ και φανερά επηρεασμένο από το ούζο, ύπνο.
Έχει βυθιστεί τόσο πολύ που μετά από αρκετή ώρα η δόνηση παύει.
Όχι όμως δια παντός, αφού μετά από λίγο συνεχίζει να ενοχλεί.
Η Κατερίνα επιτέλους ξυπνάει και παίρνει το κινητό στα χέρια της
αργώντας όμως να συνειδητοποιήσει ποιος την καλεί.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με μισοκοιμισμένο ύφος) Ναι… ΠΑΥΣΗ
Ακολουθεί ΕΝΑΛΛΑΞ ΠΡΟΒΟΛΗ της τηλεφωνικής συνομιλίας του Σάκη
με την Κατερίνας  από το δωμάτιό του όπου και οι δυο μιλούν χαμηλόφωνα.
ΣΑΚΗΣ: Έλα, δεν ήρθα γιατί γύρισα αργά και φοβόμουν μη σε ξυπνήσω.
Όμως δεν άντεξα και αποφάσισα να σε πάρω στο κινητό.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (χαμογελώντας) Όπως και να ήθελες να με πάρεις,
δε θα μπορούσες.    
ΣΑΚΗΣ: (με απορία) Γιατί;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Με έχει κάνει ο πατέρας σου αεριωθούμενο με το ούζο.
Όλα γυρίζουν γύρω μου.
ΣΑΚΗΣ: Ωχ, άντε να κλείσουμε τότε να κοιμηθείς.
Πως θα πας το πρωί στη δουλειά;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Περίεργο δεν είναι να μιλάμε στο κινητό όταν μας
χωρίζει μόνο ένας τοίχος;
Αύριο να σε πάρω από την κουζίνα να σπάσουμε τη μονοτονία;
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελώντας) Κατερίνα κοιμήσου.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Αύριο θα έρθω να σε πάρω από το εργοστάσιο.
Θέλω να μιλήσουμε.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (το ύφος της από εύθυμο γίνεται σοβαρό) Είναι κάτι σοβαρό;
ΣΑΚΗΣ: Για μένα πολύ.

ΣΚΗΝΗ 117
ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΩΙ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ - ΠΕΡΙΚΛΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λάζαρος καθιστός στο γραφείο του κοιτάζει κάποια χαρτιά ένα ένα,
ενώ η Κατερίνα όρθια δίπλα του περιμένει καρτερικά.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (μαζεύοντας και δίνοντας τα χαρτιά στην Κατερίνα)
Κατερίνα τακτοποίησέ τα.
(καθώς σηκώνεται όρθιος και περπατάει λίγο) Αφού διάλεξες να φορτωθείς
τη δουλειά του Σάκη θα κουραστείς παιδάκι μου.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (χαμογελώντας) Δεν έχω πρόβλημα.
Η μισάνοικτη πόρτα του γραφείου αφήνει μετά από ένα μικρό κτύπημα,
ΗΧΟΣ ΚΤΥΠΗΜΑΤΟΣ, να φανεί ο Περικλής.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (κάνοντας ένα βήμα μέσα) Καλημέρα σας.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Καλημέρα.
Η Κατερίνα απλά χαμογελάει.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με τα χαρτιά στα χέρια και κατευθυνόμενη προς την πόρτα)
Εγώ να φεύγω, έχω πολλή δουλειά.
Ο Περικλής παραμερίζει να περάσει η χαμογελαστή Κατερίνα και κατόπιν πλησιάζει τον Λάζαρο.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Με θέλεις κάτι αφεντικό;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Κοίτα Περικλή, μέχρι τη Δευτέρα που θα λείπει ο Σάκης
ότι πρόβλημα εμφανιστεί θα το συζητάς με την Κατερίνα.
(κοιτώντας τον Περικλή από πάνω μέχρι κάτω) Αδυνάτισες;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με μισοκακόμοιρο ύφος) Νηστεύω γι αυτό.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Από πότε;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Αποφάσισα να εγκαταλείψω τα εγκόσμια.
ΛΑΖΑΡΟΣ: (χαμογελώντας) Δηλαδή θέλεις να πεθάνεις;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Εύκολο είναι να πεθάνω;
ΛΑΖΑΡΟΣ: Γιατί δύσκολο είναι;
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Τράβα πέσε απ’ την Ακρόπολη να δεις.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Και αν χτυπήσω;
ΛΑΖΑΡΟΣ: (με ειρωνικό ύφος) Ρε πέσε εσύ και που ξέρεις μπορεί
στην πορεία να χάσεις το δρόμο.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ: (με μισοκακόμοιρο ύφος) Ματαιότης, ματαιοτήτων.
Δεν έχω πλέον στόχους στη ζωή μου, μόνο η επαφή με τον Θεό μου έμεινε.
ΛΑΖΑΡΟΣ: Εμ βέβαια, αφού δεν άφησες θηλυκό για θηλυκό όρθιο
που να βρεις άλλη επαφή;

ΣΚΗΝΗ 118
ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΩΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΒΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ – ΣΑΚΗΣ – ΣΟΥΛΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Τάκης με τον Σάκη κάθονται στον καναπέ δίπλα δίπλα.
Ο Σάκης βλέπει τηλεόραση, ενώ ο Τάκης με τα μάτια μισόκλειστα χασμουριέται, δείχνοντας ότι νυστάζει.
ΣΑΚΗΣ: (με ύφος σοβαρό) Τι έχεις και είσαι έτσι;
ΤΑΚΗΣ: (με ύφος νευρικό) Άγχος, μπορεί να έχω και μάτι.
ΣΑΚΗΣ: (χαμογελώντας) Η Σούλα σε μάτιασε.
Είδες πως σε κοιτούσε όταν πήγε στην κουζίνα.
ΤΑΚΗΣ: Α την αγελαδομάτα, λες;
Η Σούλα έρχεται από την κουζίνα κρατώντας ένα δίσκο με καφέδες
και περπατώντας αργά κοιτάζοντάς τους, τους ακουμπάει πάνω
στο τραπεζάκι μπροστά από τον καναπέ.
Ο Τάκης και ο Σάκης την κοιτούν αμίλητοι.
Η Σούλα κάθεται δίπλα στον Σάκη και παίρνει τον καφέ της στα χέρια.
ΤΑΚΗΣ: (απευθυνόμενος στην Σούλα με ύφος επικριτικό και δείχνοντας
προς την πόρτα) Εσύ να κοιτάς προς τα εκεί, μάτι δεν μπορώ ν’ ανοίξω.
ΣΟΥΛΑ: (απορημένη και κοιτώντας τον Σάκη που χαμογελάει) Τι έπαθε;
ΣΑΚΗΣ: Έχει μάτι.
ΤΑΚΗΣ: (με ύφος άγριο) Και μύτη έχω, αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να
μου τα βγάλετε.
(αλλάζοντας συζήτηση και ενώ στέκεται πάνω από τους καφέδες
κοιτώντας τους) Καλά τι αηδία είναι αυτό;
ΣΑΚΗΣ: Φρεντοτσίνο.
ΤΑΚΗΣ: Και το πίνεις;
ΣΑΚΗΣ: (με αυστηρό ύφος) Όχι το χρησιμοποιώ για ποδόλουτρο.
ΤΑΚΗΣ: (με ειρωνικό ύφος) Αυτό είναι σαν εμετός με παγάκια.
Δε σου άρεσε ο ελληνικός που ήπιες προηγουμένως;
ΣΑΚΗΣ: Κακιά πεθερά θα γίνεις.
(καθώς ετοιμάζεται να πιει) Όλα σε πειράζουν.
ΣΟΥΛΑ: Περνάει κλιμακτήριο αυτήν την εποχή.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΤΑΚΗΣ: (κατευθυνόμενος προς την κρεβατοκάμαρα της Ντινάρας
και με τουπέ) Μπάλες, πάω στην πεθερούλα μου να με ξεματιάσει.

ΣΚΗΝΗ 119
ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΩΙ – ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΓΙΑΤΡΟΥ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΓΙΑΤΡΟΣ – ΒΑΣΙΛΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Βασίλης στέκεται μπροστά στον γιατρό που καθισμένος στο γραφείο του   τον κοιτάζει χαμογελώντας.
ΓΙΑΤΡΟΣ: Ο ασθενής είναι μια χαρά.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Δηλαδή συνήλθε και μπορώ να τον δω;
ΓΙΑΤΡΟΣ: Φυσικά, μόνο μη τον κουράσεις.
(καθώς σηκώνεται και πλησιάζει τον Βασίλη) Παρεμπιπτόντως μέσα στο παραλήρημα που είχε αυτές τις δυο ημέρες συχνά ζητούσε τη γυναίκα του
και το μενταγιόν.

ΣΚΗΝΗ 120
ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΩΙ – ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ -
                                  ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΑΚΗ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης διαβάζει στο γραφείο του.
Προσηλωμένος συνεχώς ξεφυλλίζει αργά τις σημειώσεις και γράφει στο τετράδιο δίπλα του.
Ξεφυσάει, πετάει το στυλό μπροστά του, κοιτάζει το ρολόι του,
παίρνει το κινητό στα χέρια του, πληκτρολογεί έναν αριθμό,
σηκώνεται όρθιος και βάζει το κινητό στο αφτί του.
Ακολουθεί ΕΝΑΛΛΑΞ ΠΡΟΒΟΛΗ της τηλεφωνικής συνομιλίας του
Σάκη με την Κατερίνα στο γραφείο της.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (έχοντας το κινητό στο αφτί και χαρούμενο ύφος) Καλημέρα.
ΣΑΚΗΣ: Μποτζόρνο, κόμε στα;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Μπένε, μπένε.
Τώρα σηκώθηκες;
ΣΑΚΗΣ: Όχι, νωρίς το πρωί.
Διαβάζω συνεχώς και ανελέητα.
Με σκέφτεσαι καθόλου;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (χαμογελώντας) Θι θενιόρ.
ΣΑΚΗΣ: (διστακτικά) Θα έρθεις;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (ναζιάρικα) Θέλεις σήμερα;
ΣΑΚΗΣ: Και αύριο και μεθαύριο.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Δεν νομίζεις ότι πρέπει να πάμε κάπου που να είμαστε
λίγο άνετα;
ΣΑΚΗΣ: Να πάμε, αλλά αν μας δει και ο Τάκης στο Ίντερνετ δεν θα τ’ αντέξω.
(σοβαρά) Δε θέλω όμως να κάνουμε επιπολαιότητες.
Ειδικά στο θέμα του…
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Σεξ…
(αναπολώντας) Αααχ…
ΣΑΚΗΣ: Δε πίνεις κανένα ούζο, μήπως το ξεχάσεις μέχρι το βράδυ;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με πάθος) Τώρα δε μου φτάνει ούτε κάβα ολόκληρη.
ΣΑΚΗΣ: Φωτιά πήρες;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Καίγομαι, θ’ αργήσεις;
(κοιτώντας το ρολόι) Σήμερα θα σχολάσουμε νωρίς.
Ήδη ο πατέρας σου έφυγε.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΣΑΚΗΣ: (με το κινητό στο αφτί και αλλάζοντας ρούχα) Σ’ ένα τέταρτο
θα είμαι εκεί με την μάνικα έτοιμη.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με πάθος) Γεμάτη;
ΣΑΚΗΣ: (έντονα) Η λίμνη του Μαραθώνα.
Μπάνιο θα κάνεις.

ΣΚΗΝΗ 121
ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΣΙΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ – ΕΚΤΟΡΑΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Έκτορας μπαίνει στο διαμέρισμα του Βασίλη κλείνοντας απότομα την πόρτα Κοιτάζει με απορία τον Βασίλη που στέκεται όρθιος και χαμογελαστός, λίγο πιο πέρα κρατώντας στο χέρι του το μενταγιόν.
ΕΚΤΟΡΑΣ: (παίρνοντάς το στα χέρια του και κοιτώντας το συνεχώς) Που το βρήκες;
ΒΑΣΙΛΗΣ: (χαμογελώντας) Μου το έφερε η Νικολούλη.
Δεν ήταν και δύσκολο να το βρει.
Εδώ βρήκε το δακτυλίδι που έχασε η γιαγιά μου στην κατοχή.
ΕΚΤΟΡΑΣ: (με σκυμμένο κεφάλι και ύφος ντροπαλό) Πρέπει να μιλήσουμε.

ΣΚΗΝΗ 122
ΤΕΤΑΡΤΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ- ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Σάκης οδηγεί κοιτώντας μπροστά του έχοντας ένα χαζοχαρούμενο ύφος,
ενώ η Κατερίνα δίπλα έχει γείρει προς τη μεριά του με το αίσθημα της ικανοποίησης έντονα αποτυπωμένο στο πρόσωπό της.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (ναζιάρικα) Σάκη… να σε ρωτήσω κάτι αδιάκριτο;
ΣΑΚΗΣ: (κοιτώντας την χαμογελαστός) Ορίστε…
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με απορία) Μήπως το έσκασες από κανένα μοναστήρι;
ΣΑΚΗΣ: (με τουπέ) Έτσι είμαστε εμείς στην οικογένειά μας.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Και ο Λάζαρος;
ΣΑΚΗΣ: Και ο κάναρος.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με απορία) Ο Θεμιστοκλής;
ΣΑΚΗΣ: Ο Θεμιστοκλής.
Γιατί νομίζεις το αντιτορπιλικό το έβγαλαν έτσι;
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (με απορία) Ζούσε τότε ο Θεμιστοκλής;
ΣΑΚΗΣ: Ο προπάππους του, Θεμιστοκλής και αυτός.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Και γιατί έχετε την πόρτα του κλουβιού ανοικτή;
ΣΑΚΗΣ: Κάθε πρωί φεύγει και πάει να βολέψει (παίρνοντας ξινισμένο ύφος) την κανάρα του Τάκη.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (ναζιάρικα) Σου πάει η καρδιά να με αφήσεις στο σπίτι τώρα;

ΣΚΗΝΗ 123
ΤΕΤΑΡΤΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ – ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΊΑ ΛΑΖΑΡΟΥ / ΕΙΣΟΔΟΣ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΛΑΖΑΡΟΣ – ΒΑΓΓΕΛΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Λάζαρος μπαίνει στην είσοδο της και από την εξώπορτα που δεν πρόλαβε
να κλείσει, ο Βαγγέλης με γρήγορες κινήσεις.
Φοράει φόρμα που του σκεπάζει το πρόσωπο, αφήνοντας να φαίνονται
μόνο τα χείλια
Η Πόρτα κλείνει και ο Βαγγέλης μένει ακίνητος μπροστά της.
Ο Λάζαρος κοντοστέκεται και καθώς επιχειρεί να γυρίσει ακούει τη φωνή του Βαγγέλη με αργά και επιτακτικά λόγια.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Μη γυρίσεις.
Ο Λάζαρος παγώνει και μένει άγαλμα.
Ξέρεις ποιος είμαι και άκου καλά τι θα σου πω.
Αύριο το πρωί φεύγω και στην αναφορά μου δεν θα αναφέρω τίποτα
για σένα και τον φοιτητή.
Η υπηρεσία θα στραφεί αλλού.
Μου χρωστάς, και ο κολλητός σου στην Σκότλαντ.
Μάζεψε τον φοιτητή και κόψε κάθε επαφή σαν και αυτή που έκανες προχτές.
Στοιχεία εναντίον σας δεν υπάρχουν, αλλά προσέχετε μη βρεθείτε μπλεγμένοι.
Ο Βαγγέλης ανοίγει την πόρτα πίσω από τον παγωμένο Λάζαρο και φεύγει.

ΣΚΗΝΗ 124
ΤΕΤΑΡΤΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΣΙΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ – ΕΚΤΟΡΑΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Συνέχει από ΣΚΗΝΗ 121…
Οι δυο φίλοι καθισμένοι γύρω από το τραπέζι αμίλητοι και σκεφτικοί δείχνουν προβληματισμένοι.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Γι αυτό δεν πρέπει να ξανασυναντηθούμε.
ΒΑΣΙΛΗΣ: (με αποφασιστικότητα) Όχι ρε.
Θα μείνεις εδώ.
Έχεις το δικαίωμα να ζητήσεις μια ευκαιρία από το Θεό γιατί εμένα δε με νοιάζει ότι και αν συμβεί.
Και αν ο Μπάρμπας βγει πατέρας σου αξίζει τον κόπο να προσπαθήσεις να ξεκόψεις από την παλιά σου ζωή.
ΕΚΤΟΡΑΣ: Δεν θέλω να σε μπλέξω.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Αν ξεκόψεις δε με μπλέκεις.
(χαμογελώντας) Εξάλλου ποιος θα βοηθήσει τον Τάκη τη Δευτέρα
που δίνουμε προφορικά τη Διαφορική Γεωμετρία.
Καλά το ανακοίνωσε σήμερα;
ΕΚΤΟΡΑΣ: Ναι και είναι ευκαιρία.
ΜΟΥΣΙΚΗ…

ΣΚΗΝΗ 125
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ / ΑΙΘΟΥΣΑ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΤΑΚΗΣ - ΣΑΚΗΣ -  ΒΑΣΙΛΗΣ - ΕΚΤΟΡΑΣ - ΦΟΙΤΗΤΕΣ
(ΚΟΜΠΑΡΣΟΙ) - ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ (ΗΘΟΠΟΙΟΣ)]
ΜΟΥΣΙΚΗ (σε συνέχεια από ΣΚΗΝΗ 124)…
Σε μια μικρή αίθουσα που πιο πολύ θυμίζει αίθουσα Λυκείου κάθονται μαζί και κοντά οι 4 φίλοι – Ο Τάκης πίσω από τον Έκτορα και ο Σάκης πίσω από τον Βασίλη και δίπλα από τον Τάκη – ενώ οι υπόλοιποι περίπου 10 φοιτητές είναι απλωμένοι στα θρανία πιο πέρα.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: (καθώς όρθιος στην έδρα κοιτάζει χαμογελώντας τους φοιτητές) Ποιος θα σηκωθεί στον πίνακα;
Ο Έκτορας σηκώνει το χέρι του χωρίς να μιλήσει.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: (απευθυνόμενος στον Έκτορα) Ελάτε.

ΣΚΗΝΗ 126
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΟΥΛΑ – ΚΑΤΕΡΙΝΑ – ΝΤΙΝΑΡΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Σούλα πηγαινοέρχεται νευρικά μπροστά στις καθιστές Κατερίνα και Ντινάρα που την κοιτούν αμίλητες και σκεφτικές.
ΣΟΥΛΑ: (με αγωνία) Θα γεννήσω πριν την ώρα μου.
(κοιτώντας το ρολόι) Γιατί δεν παίρνουν τηλέφωνο;
Τι κάνουν τόση ώρα;

ΣΚΗΝΗ 127
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ – ΠΑΝΕΠΙΣΗΜΙΟ / ΑΙΘΟΥΣΑ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ – ΤΑΚΗΣ – ΕΚΤΟΡΑΣ – ΒΑΣΙΛΗΣ – ΦΟΙΤΗΤΕΣ (ΚΟΜΠΑΡΣΟΙ) – ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ (σε συνέχεια από ΣΚΗΝΗ 126)…
Ο Καθηγητής στρέφεται προς τη τάξη έχοντας δίπλα του όρθιο μπροστά στον πίνακα τον Έκτορα.
Ο κρύος ιδρώτας στα πρόσωπα του Σάκη και του Τάκη είναι εμφανής ενώ ακόμα περισσότερο η προσπάθεια του Τάκη να κρυφτεί.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: (απευθυνόμενος στον Σάκη) Θα μου πείτε πότε μια
οικογένεια Α, τοπικών χαρτών του Χ είναι τοπολογικός Άτλας του Χ;
ΣΑΚΗΣ: (με ύφος τρεμάμενο και αργά) Όταν τα πεδία ορισμού των χαρτών της οικογένειας Α ορίζουν μια κάλυψη του Χ και οι χάρτες της οικογένειας είναι ανά δυο τοπολογικά συμβιβαστοί.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Πολύ καλά.
(απευθυνόμενος στον Τάκη) Θα μου πείτε τι ονομάζουμε τοπολογική πολλαπλότητα;
ΤΑΚΗΣ: (με ύφος φοβισμένο αλλά με γρήγορο ρυθμό) Είναι το ζεύγος (Χ, Α) όπου Χ μη κενό σύνολο και Α μέγιστος τοπολογικός Άτλας στο Χ.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Πολύ καλά.
(απευθυνόμενος στον Έκτορα δίπλα του) Καθίστε.
ΜΟΥΣΙΚΗ…
ΤΑΚΗΣ: (απευθυνόμενος στον Σάκη δίπλα του και μιλώντας σιγά έχοντας μισοκακόμοιρο ύφος) Νομίζω ότι χέστηκα.

ΣΚΗΝΗ 128
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ / ΠΡΟΑΥΛΙΟ –
                                             ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΑΚΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ – ΣΟΥΛΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ (σε συνέχεια από ΣΚΗΝΗ 137)…
Ο Σάκης μπροστά από το αυτοκίνητό του όρθιος και νευρικός πληκτρολογεί ένα νούμερο στο κινητό του.
Βάζει στο αφτί το κινητό και περιμένει.
Ακολουθεί ΕΝΑΛΛΑΞ ΠΡΟΒΟΛΗ της συνομιλίας του με την Σούλα στο καθιστικό.
ΣΟΥΛΑ: (με αγωνία) Έλα, τι έγινε;
ΣΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Ο άντρας σου μας τάχεσε πάλι.
Δε σου έχω πει μη του κόψετε τα χάπια της ακράτειας;
ΣΟΥΛΑ: (με απορία) Τι έπαθε;
ΣΑΚΗΣ: Χέστηκε επάνω του.
Σκυλοβρώμισε η αίθουσα και ο καθηγητής διέκοψε την εξέταση.
ΣΟΥΛΑ: Σοβαρά μιλάς;
ΣΑΚΗΣ: Σοβαρότατα και ευτυχώς που δεν τον κατάλαβαν και το έριξαν σε πρόβλημα της αποχέτευσης.
ΣΟΥΛΑ: Θα ξαναδώσετε;
ΣΑΚΗΣ: Ευτυχώς όχι.
Μας πέρασε ο καθηγητής.
ΣΟΥΛΑ: (με χαρά) Μπράβο.
(με απορία) Που είναι τώρα ο Τάκης;
ΣΑΚΗΣ: Στην τουαλέτα ο χεζοκώλης.
Κρατάνε τσίλιες ο Βασίλης με τον Έκτορα μέχρι να σκουπιστεί και να πλυθεί.
Στο λέω ή θα του βάλεις τάπα στον κώλο ή θα του φορέσεις μπεϊμπιλίνο.
Σε 2 μήνες γράφουμε Μιγαδικούς, τέτοια ξεφτίλα δε την ξαναπερνάω.

ΣΚΗΝΗ 129
ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΒΑΣΙΛΗ / ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ
(ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ) [ΒΑΣΙΛΗΣ – ΕΚΤΟΡΑΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Ο Βασίλης μπαίνει στο διαμέρισμα σοβαρός και κρατώντας ένα  φάκελο
στέκεται μπροστά από τον όρθιο Έκτορα που τον κοιτάζει με αγωνία.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Τα αποτελέσματα του D.N.A είναι εδώ.
Μήπως θέλεις να σ’ αφήσω μόνο σου;

                                   
                                       ΔΥΟ ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΑ

ΣΚΗΝΗ 130
ΠΡΩΙ – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ / ΠΡΟΑΥΛΙΟΣ ΧΩΡΟΣ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΟΥΛΑ – ΜΠΑΡΜΠΑΣ – ΕΚΤΟΡΑΣ – ΒΑΣΙΛΗΣ – ΣΑΚΗΣ – ΤΑΚΗΣ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Σούλα πηγαινοέρχεται νευρικά μπροστά από τον Μπάρμπα που ατάραχος ακουμπάει στο καπό του αυτοκινήτου του Τάκη.
Η κοιλιά της είναι ελαφρώς μεγαλύτερη και το αγκομαχητό εντονότερο.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: (χαμογελώντας) Μη σκας άδικα παιδάκι μου, θα τα καταφέρουν.
ΣΟΥΛΑ: Το θέμα είναι να τελειώσουν πριν γεννήσω.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: (κοιτώντας μπροστά) Σαν να βλέπω τον Σάκη με τον γιο μου
ΣΟΥΛΑ: (καθώς ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου) Να κάτσω γιατί δεν θα
τ’ αντέξω.
Ο Σάκης πλησιάζει κατευθείαν προς τη Σούλα, ενώ ο Έκτορας κοιτάζει χαμογελαστός τον πατέρα του.
ΣΑΚΗΣ: (με αγωνία) Η Κατερίνα δεν ήρθε;
ΣΟΥΛΑ: (αγκομαχώντας) Τι έγινε μέσα εκεί;
Πως γράψατε;
ΣΑΚΗΣ: (βιαστικά) Καλά πήγαμε όλοι.
Ο Τάκης πρέπει να τελειώνει.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: (κοιτώντας μπροστά) Έρχεται με τον Βασίλη.
ΣΟΥΛΑ: Η Κατερίνα πετάει σε 3 ώρες για Μαρόκο.
Μη βιαστείς να την κρίνεις.
Αν ενδιαφέρεσαι πραγματικά τρέξε να την προλάβεις στο αεροδρόμιο.
Ο Σάκης μπαίνει γρήγορα στο αυτοκίνητό του και εξαφανίζεται,
ενώ ο Τάκης σαν κονιόρδος με χαμόγελο τεράστιο πλησιάζει τη Σούλα
που κλείνει τη μύτη της με το χέρι.
Ο Βασίλης, με τον Μπάρμπα στη μέση, και τον Έκτορα τους κοιτάζουν χαμογελώντας.
ΤΑΚΗΣ: (με άγριο ύφος) Τζιτζής είμαι (με τουπέ) και πτυχιούχος.
ΣΟΥΛΑ: Να μη σε αλλάξω δηλαδή;

ΣΚΗΝΗ 131
ΠΡΩΙ – ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ / ΕΞΩ ΑΠΟ ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ
(ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ) [ΣΑΚΗΣ – ΚΑΤΕΡΙΝΑ]
ΜΟΥΣΙΚΗ…
Η Κατερίνα κρατώντας ένα σακ βουαγιάζ με μάτια βουρκωμένα και στεναχωρημένο ύφος, διασχίζει αργά το δρόμο μπροστά στην αίθουσα
αναχωρήσεων.
Στο απέναντι πεζοδρόμιο ο Σάκης ακίνητος και σοβαρός, την κοιτάζει.
Η Κατερίνα σηκώνει το κεφάλι και τον βλέπει.
Κοντοστέκεται, ενώ εκείνος έρχεται προς το μέρος της.
Η Κατερίνα με σκυμμένο κεφάλι σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάτια της.
Ο Σάκης της παίρνει από τα χέρια το σακ βουαγιάζ και την τραβάει σιωπηλός στο κοντινό παγκάκι.
Κάθονται με τον Σάκη να την κοιτάζει επίμονα, ενώ η Κατερίνα δείχνει ντροπή
ΣΑΚΗΣ: (με συμπόνια) Τι συμβαίνει Κατερίνα;
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (σκουπίζοντας τα δάκρυα) Είναι λίγο δύσκολο να σου εξηγήσω .
ΣΑΚΗΣ: (με ήρεμο ύφος και κατανόηση) Δοκίμασέ με.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Το πρόβλημα που έχω μέχρι τώρα με διαλύει.
Μηδενίζει την προσωπική μου ζωή και δεν αφήνει περιθώρια να κάνω όνειρα
όπως όλοι οι άνθρωποι
Έχει να κάνει με το βαθμό ευαισθησίας μου που πολλές φορές με κατευθύνει σαν ρομπότ χωρίς να συμφωνώ απόλυτα μ’ αυτό που κάνω.
Όπως ξέρεις ο πατέρας μου είναι πρέσβης.
Η Κατερίνα σκουπίζει τα δάκρυά της και παίρνει μια βαθιά ανάσα.
Σε όποια χώρα διοριζόταν έπρεπε όλη η οικογένεια να τον ακολουθεί.
Βρεθήκαμε για ένα χρόνο στο Μαρόκο
Κάποια στιγμή θέλησα, παρά τα 14 χρόνια μου, να γνωρίσω τις απαγορευμένες για μας συνοικίες, χωρίς συνοδεία, και το έκανα.
Με συγκίνησε η φτώχια και η λιτότητα με την οποία ζουν αυτοί οι άνθρωποι.
Έπεσα όμως κοντά σε καμικάζι που όταν ανατινάχτηκε σκόρπισε το θάνατο σε πολλούς από τους δυστυχισμένους αυτούς ανθρώπους.
Ευτυχώς εγώ καλυπτόμουν.
Έμεινα ακίνητη για ώρες να κοιτάζω, ανήμπορη να βοηθήσω, το δράμα τους.
Μια ομάδα γιατρών έστησε σκηνές σαν πρόχειρα χειρουργεία και άρχισε να περιποιείται τα θύματα που ήταν όμως πολύ περισσότερα από αυτούς.
Χωρίς να το σκεφτώ έτρεξα σε μια σκηνή, μπήκα μέσα φόρεσα γάντια και μάσκα και στάθηκα δίπλα σε μια Ελληνίδα γιατρό που με κοίταξε με απορία.
Αυτή με έπαιρνε στο κινητό όταν μ’ έβλεπες να μιλάω.
Η ευαισθησία μου με έσπρωξε να δώσω αιώνιο όρκο, να βοηθάω αυτούς τους ανθρώπους παραμερίζοντας τον εαυτό μου και για όλη μου τη ζωή.
ΜΟΥΣΙΚΗ (μέχρι το τέλος)…
ΣΑΚΗΣ: (πιάνοντάς της το χέρι με συμπόνια) Υπάρχει χώρος και για μένα
σ’ αυτές τις σκηνές;
Όλο και κάτι θα μπορώ να προσφέρω κι εγώ.
Η Κατερίνα αλλάζει ύφος.
Τον κοιτάζει με χαρά και τον αγκαλιάζει ξεσπώντας σε λυγμούς.

                                         
                                       « ΤΕΛΟΣ »